''Υποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδερφέ μου'
Σάρλ Μπωντλαίρ

....με ποιόν τρόπο κανείς εισέρχεται στο μέλλον, - τι είν' αυτό που με κάνει κυρίαρχο στο προσεχές κρυμμένο δευτερόλεπτο, στην άλλη στιγμή, στην επόμενη μέρα,- αν ο ''έτερος'' χρόνος είναι ταυτόχρονα κι ένας άλλος χώρος όπου έζησα ερήμην μου και δεν το ήξερα, - ο Λαβύρινθος,-/ ή ο καθρέφτης όλων των Λαβυρίνθων που συγκατοίκησα μαζί σας και με ξαφνιάζουν ή καταδίκασαν το πεπρωμένο μου αμείλικτα στο παρασκήνιο και στην απάτη, 


- η απώλεια συνείδησης στα όνειρα, στην ετοιμασία κι αφοσίωση κάποιου περίεργου ταξιδιού, ''οι αποσκευές'' σκέφτηκα, μια παράνοια που από ντροπή μένει κρυφή- καλυμμένη, μυστικές βιογραφίες που με υποδέχονται βυθισμένες στο διάστικτο δέρμα του Μινώταυρου ή πάλι παραμονές Χριστούγεννα με το Κοράκι απ' τον αντίλαλο του Πόε - κοντά στο φάντασμα της Αριάδνης, - η Ελεονόρα το γνώριζε πώς έτσι θα συνέβαινε κάποτε, alla fin dei conti, όταν ο άνεμος ξεγλιστράει στα δωμάτια ανενόχλητος ή στο παλιό μπαρ L' egoista με τα πεισιθανάτια κοκτέιλς, - τα τέρατα, ξέρετε, έχουν ένα τέλος αξιοθρήνητο - ψιθυρίζεται στις κόγχες των αγαλμάτων το ασυμβίβαστο, εκείνα τα βράδια ακόμα κι ο θείος Αναστάσης επέστρεφε ακίνητος από μιαν άλλη ζωή- ''πού ήσουν;;'', του λέω, ''θείε'', ''ο Λαβύρνθος'', μου λέει, ''έχει αμέτρητες στοές,- οι προκηρύξεις για την καινούρια εξέγερση-, εσύ θα ψάλλεις μόνο τη Διεθνή'' και μού 'δειχνε κάτι φύλλα - κιτρινισμένα- από επαναστάτες,- εξοντωμένους Δεκεμβριστές, τυπωμένα στο Υπόγειο του Ντοστογιέφκι- ''ό,τι είναι ωραίο, είναι και ανερμήνευτο, θείε'', του είπα, αλλά είχα ξεχάσει- περίμενε την ερωμένη του αιώνες - 


κι εμείς τον αφήσαμε τυφλό και χωρίς μπαστούνι να σκαλίζει την αβεβαιότητα,- γι' αυτό διαλέξαμε άλλους δρόμους καθώς αδειάζανε οι αποβάθρες, κυνηγητά και ψίθυροι -υποθέσεις επί υποθέσεων και απέραντες εικασίες με καταδότες και κατάσκοπους- η βροχή μαινότανε αδάμαστη- προσδοκίες αφελείς και ψέμματα της κομματικής ιεραρχίας, η έκβαση είχε κριθεί στους τοίχους, στα εκτελεστικά αποσπάσματα - σταματούσαν οι ηττημένοι κάτω απ' τα δέντρα- πού να πήγαιναν;;, στημένα δικαστήρια όπου οι κρατούμενοι έχασαν τον εαυτό τους σαν ανεπίδοτη τρυφερότητα, - τους έλεγα, ''είμαι πάντα ο προσεχής σταθμός, η αίθουσα αναμονής μες στο Λαβύρινθο'', το είχα ανακοινώσει σε μέρη και τοποθεσίες εμφανώς- κι όταν πεθαίνουν οι ποιητές φτάνουν πρώτοι οι ξεχασμένοι τους ήρωες ή τα τραγικά ''ετερώνυμα'',- εγώ τους υποδέχομαι από την έξω πλευρά, και τους μεν και τους δε - εκεί, που κατά καιρούς αφήνουμε τα καπέλα μας για τους περαστικούς, για όσους έρθουν μεταμορφωμένοι σε κραυγές, σημάδι ότι συνάντησαν στο δρόμο τους απόντες ή μέτοικους, κι ο Μπόρχες υποστήριζε ότι ο μίτος δεν θα βρεθεί ποτέ - η υγρασία που θόλωνε τα μυστικά περάσματα του Λαβυρίνθου κι έκαμνε πιο απατηλή την ησυχία του, θα έφταιγε ο απαλός σφυγμός της αγωνίας κι από κείνη τη μέρα κάποιος άρθρωνε μια φράση στο σύρμα για να μπορούνε να περάσουνε τη νύχτα τα πουλιά κι έτσι φτάναμε στη θάλασσα πολύ νωρίς, σα φιλοφρόνηση που λύνει αινίγματα κι όσοι πεθαίναν απ' το στόμα- δήθεν του Μινώταυρου- τους θάβαμε με δανεικά,- 


τους κλαίγαμε στα παλιά βαγόνια- στον αέρα των φτωχών προαστίων, - ήμουν διακριτικός άλλωστε, - φωτογράφιζα παλιά ναυάγια - και στη στροφή του δρόμου αποχτούσαμε την προσωπική μοναξιά που μάς έλειπε, ''θα υπάρξουμε''- είχαν πει οι πιο αισιόδοξοι,- ''σα πρόφαση του ωραιότερου μυθιστορήματος''- και, ω, ματαιωμένες αιωνιότητες, λησμονημένα βράδια που σιωπούν, όπως ο τυφλός που βρήκε το φως του και χάθηκε, κι οι άλλοι μάθαν τελευταία στιγμή πως ο Μινώταυρος τον κατασπάραξε γιατί κι εγώ κάθε τόσο μετακόμιζα, μήπως ζήσω μια ακατανόητη ιστορία, κι αφού όλα τακτοποιήθηκαν, με ρωτούσαν ξανά ''όνομα και διεύθυνση;;'' - ''τι όνομα και διευθυνση να σάς δώσω, ρε, αχρείοι'', τους απαντούσα μ' αγανάκτηση, - ''μένω εδώ , σε τούτο το Λαβύρινθο όπως κι εσείς'', αλλά αυτοί επέμεναν, ''ποιος είστε -και τι δουλειά κάνετε'',''και τι απαιτήσεις έχετε;;''-, ''το μουνί της αδερφής σας'', είπα τότε βροντερά και μ' απειλές σε ήχο πλάγιο τέταρτο, ''ασχολούμαι με πράγματα ανήλιαγα τόσες δεκαετίες, μια ερωμένη που αλλάζει όνομα τις νύχτες κι από έφηβος, -ακόμα-, κατοίκησα ανάμεσα σε λέξεις υπέροχες ή χρώματα που φωσφορίζανε ψάχνοντας την κλίμακα του Ιακώβ - γιατί πού καιρός για θαύματα εκείνα τα χρόνια και ποιος θα έλυνε το μυστήριο τόσες φορές που πέθαινε ο ποιητής κι ορφάνεψε η Λεονόρα [1*], καθ' ότι- αν δεν καταλάβατε - είμαστε πίσω εν έτει 1849, ένα χρόνο πριν εκδόσει ο Μπωντλαίρ τις ''Λεσβίες'' του[2*], κι είναι παράξενο και μυστηριώδες άλλο τόσο,- ο Πόε νεκρός στη Βαλτιμόρη[3*] - στη μια του τσέπη το αντίγραφο απ' το Κοράκι, στην άλλη ένα κοράκι πεθαμένο αληθινό - φορώντας ό,τι χειρότερο μπορούσε ο ίδιος, ''Κύριε βοήθα τη φτωχή ψυχή μου'', είπε, κι απομακρύνθηκε για πάντα, -αφήνοντάς με να κοιτάζω τον κοντινό αυτοκινητόδρομο, ''από δω θα επιστρέφουν όλοι'', σκέφτηκα


Α' ΗΘΟΠΟΙΟΣ : ...καιρός για μια γαλήνη ενδεκασύλλαβη, στα μέτρα μιας ανεπίγνωστης σιωπής''
Β' ΗΘΟΠΟΙΟΣ :...θα ήταν μεθυσμένος ή όχι στα λογικά του, παραληρούσε τελευταία
.....τώρα ήμουν σε θέση ν' ακούσω τις μακρινές βροντές, την πολιορκία των καταιγίδων, τη φωνή της γυναίκας με το τρεμάμενο χέρι σα να ξόρκιζε το μέλλον, - η Αριάδνη ήταν κι αυτή ένα φάντασμα όπως η Λεονόρα στις κουρτίνες που τρεμόπαιζαν στον άνεμο - ποια να ήταν;;- ''έχω μιαν ακούσια ανάμνηση'', μου λέει, αλλά θα την πεί από αμβωνος ο ιεροκήρυκας, έτσι θα εξιλεωθώ - θα εξαγνίσει τους πάντας ειςτον αιώνα των αιώνων- αμήν'', επειδή ο Δάντης κάποτε, που είδε, λένε, τον Μινώταυρο, τον περιέγραψε με λεφάλι ανθρώπου και σώμα ταύρου, σαν ένα Κένταυρο με ανθρώπινα χαρακτηριστικά από τη μέση κι απάνω και ζωώδη απ' τη μέση και κάτω - κι ο Μπόρχες[4*] διαφώνησε πολλές φορές κι έγραψε ολόκληρο έργο για τον Λαβύρινθο, ήτανε πάντως πολλοί πάρα πολλοί αυτοί που συγκινήθηκαν με τον μυστηριώδη θάνατο του ποιητή της Βαλτιμόρης, - αρκετοί ισχυρίστηκαν ότι ήταν μάλλον ο Μινώταυρος που τον παρέσυρε στις σκοτεινές στοές - διαμελίζοντας το σώμα του//



Α' ΗΘΟΠΟΙΟΣ : Και την άλλη μέρα ένας απεγνωσμένος ταξιδιώτης που 'χε γυρίσει απ' τον Λαβύρινθο, είπε πως έκανε μια προσευχή και σώθηκε
Β' ΗΘΟΠΟΙΟΣ : ''Δε γλυτώνουν όλοι'', είπε φωναχτά, ''μόνο οι εκλεκτοί'' - τον άκουσα, σου λέω, τον είδα με τα μάτια μου, και μετά κατευθύνθηκε στα δημόσια ουρητήρια της μεγάλης πλατείας [μικρή παύση]
Α' ΗΘΟΠΟΙΟΣ : Ας κάνουμε κι ένα δεύτερο συλλογισμό για τους φτωχούς που πεθαίνουν Κυριακή του Πάσχα, απόγεμα, μ' ένα βαθύ αναστεναγμό για να καλύψουν το Μέγα Μυστήριο στα φθαρμένα ρούχα τους, πετώντας βιαστικά το τσιγάρο λίγο πριν την αδέκαστη δικαιοσύνη του Θεού [παύση]
Γ΄' ΗΘΟΠΟΙΟΣ : [έρχεται και απλά παρίσταται δίχως να εκφέρει λόγο]
...κι έπειτα ήρθε κι ένας άλλος,τρίτος- που δεν μίλησε ποτέ - μέχρι που σκοτείνιασε κι η γέφυρα έριξε τη σκιά της σταυρό στ' ακίνητα νερά, για να ειπωθούν και τα υπόλοιπα λόγια στους κατάδικους, γιατί εγώ ζούσα ακόμα στις στοές και ήμουν νέος και τα παλιά αντικείμενα ήταν η απόκρυψη για να βαδίζουν ανενόχλητες οι σκιές, μιας και κάθε τόσο δοκιμάζεται το αιώνιο-έτσι μια μέρα θα έχω φύγει έγκαιρα κι η ανάσα κάποιου άλλου θα θαμπώσει το τζάμι όσο που γέρνουν τα λησμονημένα πρόσωπα στις όψιμες ομίχλες κι οι ποιητές όταν φεύγουν υποδύονται τα πάντα, - ρωγμές από ζωές ανερμήνευτες στ΄αγκωνάρια και στα λιθόστρωτα, η επαιτεία έχει τα θέλγητρά της, σαν την πορνεία, σαν τη λαγνεία που με κυνήγησε κερδίζοντας εκείνα τα γυάλινα μάτια - σ' έψαχνα στην ατιμωρησία των άστρων - γόνιμες εποχές για έναν Μινώταυρο, πίναμε να ταυτιστούμε με τον εναέριο σιδηρόδρομο και την γοητεία της τυραννίας, ή εκείνη η τελευταία ποίηση του Μαγιακόφσκι που έμεινε ανυπόγραφη και οι γαμήλιες πόζες του Μίνωα, οι λαμπρές φωτογένειες της Πασιφάης- έκτοτε αμφισβητούνται τα ίχνη της ζωής μας χάνοντας με χίλιους τρόπους την ύπαρξη//



....είναι που μέρα με τη μέρα ο Μινώταυρος επαίρεται, πανέμορφος, εκλαμπρύνεται με το αίμα των συντρόφων, - το γέλιο τους αντηχεί εφιαλτικά στις ζοφερές στοές κουβαλώντας τη σιωπή της αβύσσου, ποιος θα κρατήσει την εσωτερική μυστική κλωστή, αυτόν τον άγνωστο μίτο που μάς ενώνει με την αγκαλιά της Αριάδνης, τον κόρφο της Ελεονόρας - ''δεν πρόκειται να πεθάνουμε'', μου είπε, - αλλά πώς τόξερε, εκείνη -''εδώ θα περάσουμε μόνο τη νύχτα'' - όμως ήταν και τα βήματα από μια άλλη εποχή, ''είμαι το επόμενο θύμα'', τους είπα, της πιο λιγόχρονης λησμοσύνης - έν' άλλο στερέωμα - που μάς κρατούσανε στο πόδι ως το ξημέρωμα, μέχρι να φτάσουμε στους καλοκαιρινούς ωκεανούς κατά τη Γένεση - καθισμένοι στις ξερολιθιές, μπορεί ο Θεός ένα πρωί να ζητήσει το μερτικό Του - τι θα Του δώσουμε;;'' Κύριε, Εσύ που ξέρεις πόσο βάδισα δίπλα απ' την αρχαία σκόνη τα μεσημέρια, πόσο έμεινα μόνος περιμένοντας το θαύμα στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ- μίλησέ μου για το μέσα κόσμο, αυτόν που αφήσαμε σε τόσες μήτρες να ψάχνει το φως ισχνό, κάτισχνο, αφού τώρα όλοι κρύβονται, δώσε μας, ένα βράδυ για τη γριά θάλασσα, μιαν αγκαλιά να μαζεύουμε τα μήλα ό,τι απέμεινε, μια λυγαριά να στεγνώνουμε,- ένα δίχτυ για την ελάχιστη συγκομιδή,- σάς τόκρυψα, αδερφοί, με την πιο βαθιά επιμέλεια - είμαι ο Μινώταυρος - άλλοτε με κεφάλι ανθρώπου και σώμα ταύρου, άλλοτε με κεφάλι ταύρου και σώμα ανθρώπινο, εξαρτάται, - εξαρτάται- ποιος με καλεί σε δείπνο, ο Dante Alighieri ή ο Jorge Louis Borges.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ
[1*], [3*] LIFO.GR, O μυστηριώδης θάνατος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε,- περιέχει Το Κοράκι, σε μετάφραση Κώστα Ουράνη, βλ. http://www.lifo.gr/articles/san_simera/163210
[2*], αρχική επιλογή ονόματος από τον Μπωντλαίρ για ''Τα άνθη του κακού''
[4*], Ο Χόρχε Λούις Μπόρχες και ο μίτος που δεν θα βρούμε ποτέ, βλ. 

Δημοσίευση σχολίου