Του Κ. Παπουλή
Δυστυχώς είχαμε δίκιο, όσοι από τον Μάη του 2010 υποστηρίζαμε την έξοδο από το ευρώ και την παύση πληρωμών, ως μοναδική λύση για την Ελλάδα, γιατί αλλιώς θα ακολουθούσε Αρμαγεδδών. 1.
Είναι αλήθεια ότι τότε, θα είχαμε ισχυρή αλλά και ζωογόνα υποτίμηση, της τάξης του 60%, λόγω του μεγάλου εξωτερικού ελλείμματος όπως άλλωστε είχε ανακοινωθεί δημόσια (και από την πλευρά μας) λίγο αργότερα, το 2011.2 Σε μια τέτοια περίπτωση, μετά το αρχικό σοκ, που θα κρατούσε 6-14 μήνες, δεν θα ακολουθούσε ύφεση και ανεργία, αλλά θα υπήρχε ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια έως σήμερα3. Αν μάλιστα η έξοδος από το ευρώ γινόταν αιτία και αφορμή, για σχεδιασμένη βιομηχανική πολιτική, τότε θα είχαμε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, βελτίωση της παραγωγικότητας, άρα σημαντική βελτίωση των μισθών. 
Ο πληθωρισμός τον πρώτο χρόνο θα ήταν γύρω στο 12% στην χειρότερη περίπτωση, και μόνο στο βαθμό που αναπληρωνόταν από ανάλογες αυξήσεις των μισθών. Ακόμη, και αν εκείνη την στιγμή, λόγω του μεγάλου δημόσιου ελλείμματος, δεν δινόταν για τον πρώτο χρόνο, όλη η αύξηση στο δημόσιο τομέα, θα υπήρχε μια εισοδηματική απώλεια και μόνο για τους δημόσιους υπαλλήλους, που θα αναπληρωνόταν αργότερα.
Για κάποια χρόνια θα ήταν πιο δύσκολο να αγοράσεις αυτοκίνητο, ηλεκτρικά είδη, εισαγόμενα προϊόντα κλπ, αλλά σίγουρα πιο εύκολο από ότι είναι σήμερα. Από την άλλη, μια σειρά εγχώρια αγαθά και υπηρεσίες, (υγεία, εστιατόρια, διασκέδαση, εγχώρια τρόφιμα και ποτά, εκπαίδευση, διακοπές στον τόπο μας κ.α) θα γίνονταν όλο και πιο προσιτά και φτηνότερα. Σταδιακά θα υπήρχε υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή, που θα τόνωνε την ανάπτυξη και την απασχόληση, ενώ ο γεωργικός τομέας θα σημείωνε άλμα.
Το δημόσιο χρέος που ήταν σε εθνικό δίκαιο, θα αναδιαρθρώνονταν σχετικά εύκολα και θα δραχμοποιούνταν. Στο εσωτερικό, τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία κλπ θα έμεναν ανέπαφα. Οι τράπεζες θα πέρναγαν σε δημόσιο έλεγχο, υγιείς, αντί να φάνε δεκάδες δις ευρώ, διογκώνοντας το δημόσιο χρέος. Δεν θα πέρναγαν σήμερα στα χέρια κερδοσκόπων, απειλώντας να κατασχέσουν τους Έλληνες.
Η επάνοδος στην δραχμή παρά τον αρχικό κλυδωνισμό, λόγω της ανάκτησης των μέσων οικονομικής πολιτικής θα οδηγούσε στην επαναφορά της ευστάθειας της οικονομίας, τόσο όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα και την εξωτερική ισορροπία, που αποτέλεσαν την δομική αιτία της ελληνικής κρίσης, αλλά και όσον αφορά πολιτικές πλήρους απασχόλησης και δομικής μεταβολής.
Δεν θα είχε χαθεί πολύτιμο δυναμικό νέων και επιστημόνων, από την μετανάστευση, ούτε θα είχε καταστραφεί τόσος κεφαλαιουχικός εξοπλισμός. Η χώρα δεν θα βρισκόταν στην τραγική κατάσταση της αποεπένδυσης και της ελεύθερης πτώσης στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.
Μια σχετικά διαχειρίσιμη κατάσταση, λοιπόν, μετατράπηκε μέσα σε έξι χρόνια σε εθνική καταστροφή. Η παραμονή στην ευρωζωνική-μνημονιακή πορεία, οδηγεί σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σε υπερδεκαετή ύφεση. Τίποτε δεν προεξοφλεί την οποιαδήποτε ανάκαμψη ακόμη και μετά το 2018. Μάλιστα οι ιδιαίτερα «ευνοϊκές» εξωτερικές σημερινές συνθήκες, χαμηλά το ευρώ και κύρια οι τιμές του πετρελαίου, θα αναστραφούν.
Οι όποιες ωφέλειες από τις συναλλαγές με χώρες εκτός Ε.Ε., από την πτώση του ευρώ εξανεμίστηκαν από τους κεφαλαιακούς ελέγχους. Σε γενικές γραμμές, η υποχώρηση του ευρώ δεν είναι τέτοιας έκτασης όσο αυτή που «βλέπουμε» με το δολάριο. Με άλλα νομίσματα όπως το γουάν, η στερλίνα, το γιέν, η υποτίμηση του ευρώ τα τελευταία δύο χρόνια  δεν είναι ούτε καν η μισή.  Παράλληλα, υπήρξε μεγάλη ανατίμηση του ευρώ έναντι του ρουβλιού. Η Ρωσία πάντα αποτελεί σημαντικό εμπορικό εταίρο της χώρας και πηγή τουρισμού, ενώ η επιδείνωση των σχέσεών της με την Ε.Ε., έπαιξε εξ ίσου αρνητικό ρόλο. Συγχρόνως είχαμε υποτίμηση της λίρας Τουρκίας έναντι του ευρώ, που αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστή της χώρας.
Η μείωση των μισθών κατά 30%, και των εισοδημάτων κατά 50%, η κατάργηση εργατικών δικαιωμάτων και η επισφάλεια, μέσω της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, ελάχιστα διόρθωσε την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία, πράγμα που συνεπάγεται, ότι αυτή η πολιτική απέτυχε και τυπικά. Ο εξωτερικός τομέας της οικονομίας και οι εξαγωγές παραμένουν στάσιμες, ενώ η μεταποίηση υποχωρεί συνεχώς. Η πολιτική που ακολουθήθηκε απλώς συρρίκνωσε και αποδυνάμωσε την οικονομία, χωρίς να την αλλάξει και να διορθώσει το μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που οφείλεται στην έλλειψη ισχυρής βιομηχανίας και στο πολύ σκληρό νόμισμα, που είναι το ευρώ.
Με δεδομένη την στάση του γερμανικού παράγοντα, ποιες είναι σήμερα οι επιλογές; Από πού θα βρεθούν 6-7 δις ευρώ ετησίως πρωτογενές πλεόνασμα το 2018 αλλά και τα επόμενα χρόνια, για να φτάσουμε στα πλεονάσματα που απαιτούντα;. Με τους φόρους και το ασφαλιστικό και διάφορα άλλα μέτρα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ;
¨Η με χιλιάδες απολύσεις στο δημόσιο, μειώσεις μισθών και εκμηδενισμό των συντάξεων από μια κυβέρνηση Μητσοτάκη; Με συνδυασμό και των δύο πολιτικών από μια οικουμενική κυβέρνηση; Πιθανότατα θα επιχειρηθεί ο συνδυασμός, ο οποίος οδηγεί στην εξαφάνιση μικρομεσαίων, επιστημόνων, αγροτών, κλείσιμο επιχειρήσεων, στην δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανέργων, κατάργηση του όποιου κοινωνικού κράτους απέμεινε κλπ
Με το τρίτο μνημόνιο καταστρέφονται οι «μικρομεσαίοι» όλων των κλάδων, το κεφάλαιο συγκεντροποιείται, η χώρα κατάσχεται και παραδίδεται στα μεγάλα και ισχυρά εθνικά και διεθνή λόμπι.  
Ο κ Τόμσεν, τις τελευταίες μέρες σε άρθρο του έγραψε: «Η Ελλάδα και οι Ευρωπαίοι εταίροι της θα πρέπει να πάρουν δύσκολες πολιτικές αποφάσεις στους επόμενους μήνες, ώστε να καταλήξουν σε ένα πρόγραμμα που είναι βιώσιμο, ένα πρόγραμμα με νούμερα που βγαίνουν». Ένα είναι σίγουρο, ότι το Δ.Ν.Τ., έχει δίκιο όταν λέει ότι απαιτούνται και άλλα μέτρα 9-10 δις ευρώ τουλάχιστον, για να πιαστούν οι στόχοι. Και μάλλον είναι λίγα, και η εκτίμηση συντηρητική. Διότι είναι βέβαιο ότι τα μέτρα   φέρνουν ύφεση, και δεν είναι δυνατόν να έχουμε ανάπτυξη 2%-3% τα επόμενα χρόνια, για να μην παρθούν άλλα. Αντίθετα λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στην ύφεση. Δηλαδή το υφεσιακό αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερο από τα μέτρα. Αφού το ΑΕΠ μειώνεται, μειώνονται και τα έσοδα, συνεπώς τα μέτρα που απαιτούνται είναι πολύ μεγαλύτερα από το τελικό αποτέλεσμα. Δηλαδή μπορεί να χρειάζονται 20 δις μέτρα για να εξοικονομήσεις στο τέλος 6δις-7δις, ενώ η ύφεση που θα προκαλέσουν τα συγκεκριμένα μέτρα θα είναι μεγαλύτερη από 20 δις, αφού ο πολλαπλασιαστής είναι πάντα μεγαλύτερος της μονάδας (μόνο στην τρελή σφαίρα της φαντασίας-επιτυχίας του πρώτου μνημονίου είχε εκτιμηθεί ως 0,5).
Αυτό άλλωστε έγινε και στο παρελθόν, για να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός, για να μηδενιστεί ένα πρωτογενές έλλειμμα 7%-8% του ΑΕΠ του 2009, δημιουργήθηκε τριπλάσια ύφεση. Συνεπώς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε νέα κάμψη της οικονομίας ακόμη και πέραν του 10% του ΑΕΠ έως το 2019. Το μόνο που φρενάρει κάπως την κατάσταση, είναι όπως είπαμε η τιμή του πετρελαίου.
Άλλωστε, όπως ανακοινώθηκε, το 2015 υπήρξε μείωση των φορολογικών εσόδων κατά 600 εκ ευρώ σε σύγκριση με το 2014, δηλαδή περίπου κατά το 1/2 της μείωσης του ΑΕΠ (που ήταν 0,7%).
Είμαστε λοιπόν μπροστά στο σημείο τήξης της χώρας. Το ερώτημα ευρώ ή δραχμή επανεμφανίζεται δριμύτερο. Όλο και περισσότερο το δίλημμα: «ή και άλλα και άλλα και άλλα, μέτρα, ή δραχμή» θα βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.
Από την άλλη το κύμα των μεταναστών και η πιθανότητα να εγκλωβιστεί ένας απίθανος αριθμός στην χώρα, κάνουν τις συνθήκες πιο εκρηκτικές.
Τέλος είναι στο πολιτικό επίπεδο που δεν εμφανίζεται προς το παρόν εναλλακτική λύση, και δεν πρέπει να αποκλειστεί μια μακροχρόνια πολιτική αστάθεια, αν όχι πολιτικό χάος.  
Το μεγάλο ζήτημα είναι, αν υπάρχει η πολιτική μαγιά με την απαραίτητη ωριμότητα για να παίξει τον ρόλο του καταλύτη.
Όσον αφορά την αριστερά - πέραν της ανυποληψίας που της πρόσθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ- είναι σε μεγάλο βαθμό ισχυρές νέο-τροτσκιστικές, αντιλήψεις, που διαβάζουν ανάποδα ελληνική κρίση, υποβαθμίζοντας, αν όχι εξαφανίζοντας (ως δομική της αιτία) την συμμετοχή στο ευρώ και στην Ε.Ε.. Η απάντηση είναι μια και μοναδική, η κομμουνιστική, χωρίς καν μεταβατικά ή άλλα συγκεκριμένα προγράμματα. Ο λεγόμενος «κομμουνιστικός» χώρος παρά την αγωνιστική του προσπάθεια, δεν είναι ικανός να θέσει το ζήτημα, αλλά μάλλον το συσκοτίζει. Αντί μιας κατεύθυνσης κοινωνικών συμμαχιών που να οδηγεί σε μια νέα πολιτική πλειοψηφία, δηλαδή ένα μίνιμουμ κυβερνητικό πρόγραμμα κοινωνικής αναγέννησης και εξόδου από την κρίση, προβάλλει το «τι ευρώ, τι δραχμή, επανάσταση σοσιαλιστική», με αόριστο τρόπο μια κομμουνιστική έξοδο, είτε τώρα (Ανταρσυα) είτε στο φωτεινό αύριο (ΚΚΕ). 4
Ενώ η αριστερά δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη τύχη, δεν είναι αυτή την στιγμή υπαρκτός, ούτε ένας δημοκρατικός-πατριωτικός χώρος που θα βγάλει την χώρα από την κρίση.
Αναρωτιέται κανείς, αν η πολιτική ιδιομορφία της Ελλάδας στην Ευρώπη, να έχει εργολαβία η αριστερά την υπόθεση της εξόδου και της ρήξης, θα διορθωθεί μέσα από την δημιουργία ενός κόμματος στα δεξιά του πολιτικού χάρτη, ή θα δούμε μόνο μια δυνατή Χ.Α.. Σίγουρα τώρα είναι μια μεγάλη ευκαιρία για ένα άλλο εγχείρημα.
Υπάρχουν βέβαια δυνάμεις, που θέλουν να κινηθούν σε μια άλλη κατεύθυνση, όπως το Σχέδιο Β, η ΛΑΕ, το ΕΠΑΜ, ο «Κορδάτος», ανένταχτοι, ο «εργατικός αγώνας», κινήσεις της «Δραχμής», επιστημονικές συσπειρώσεις και σύλλογοι κλπ, αλλά και σημαντικό κομμάτι αγωνιστών από το ΚΚΕ και την Ανταρσυα. Μέχρι σήμερα για διάφορους λόγους,  δεν φαίνεται ότι μπορούν να σφραγίσουν την συγκυρία.
Η σκληρή πραγματικότητα είναι όμως εδώ: Θα εξατμιστεί η πατρίδα μας ή θα εγκαταλείψουμε επιτέλους το ευρώ; Σύντομα; ή το πλήγμα της παραμονής θα είναι μη ιάσιμο; Η έξοδος θα είναι τακτική και συγκροτημένη ή χαοτική και άτακτη; Τι επιπλέον πολιτικές χρειάζονται και πόσο πιο δύσκολες είναι αυτές σήμερα σε σχέση με το αν η έξοδος είχε επιτευχθεί το 2010;
1: . (π.χ., βλ: του ιδίου, Ωραία μου ΟΝΕ καιρός για διαζύγιο, εφημερίδα, δρόμος, Απρίλιος του 2010). (εδώ)
2) Βλ: (εδώ), Η Οικονομική Πολιτική Εντός και Εκτός ευρώ, ομιλία του Θ. Μαριόλη σε εκδήλωση, του Μετώπου Ανατροπής και Αλληλεγγύης το 2011, που έγινε στην ΕΣΥΕΑ με τίτλο: “Παύση πληρωμών- η επόμενη μέρα” .
3) βλ: Θ. Μαριόλης, «Δυναμική της ανεργίας, χρηματοδότηση του εξωτερικού τομέα και αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας», ομιλία σε ημερίδα του Σχεδίου Β, το 2012, αλλά και στον συλλογικό τόμο «Ευρώ ή Δραχμή, Σχέδιο Β» σελ 139, εκδ. Κοροντζή
4) Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ο αρθρογράφος δεν είναι υπέρ μιας αγωνιστικής αλλά και πολιτικής-εκλογικής συνεργασίας με αυτές τις δυνάμεις.

Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου