Του Κωνσταντίνου Γρίβα

Επανειλημμένως ο γράφων έχει υποστηρίξει την άποψη ότι οι ΗΠΑ επ’ ουδενί δεν επιθυμούν μια σύγκρουση με την Τουρκία, ότι έχουν επιλέξει μια «αναγκαστική φιλία» με αυτήν, έτσι ώστε να τη διατηρήσουν, έστω και στα χαρτιά, στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Άρα, πολύ δύσκολα μπορούμε να περιμένουμε κάποιας μορφής στήριξη από την Ουάσιγκτον έναντι της ολοένα και εντεινόμενης τουρκικής επιθετικότητας.

Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι δεν είναι έτσι, ότι οι ΗΠΑ θα καταλήξουν στο συμπέρασμα πως δεν πάει άλλο με την Τουρκία και θα επιδιώξουν να την εξοβελίσουν από τη ΝΑΤΟϊκή δομή. Ένας από τους λόγους που θα μπορούσαν να ωθήσουν την Ουάσιγκτον προς αυτήν την επιλογή είναι το ότι, εξαιτίας της στενής σχέσης με τη Ρωσία, η Τουρκία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως η άμμος στα γρανάζια του μηχανισμού συλλογικής Άμυνας της Ατλαντικής Συμμαχίας σε περίπτωση κάποιας ρωσικής ενέργειας στη Βαλτική.
Ιδιαίτερα δε αν η Μόσχα εφάρμοζε μεθοδολογίες υβριδικού πολέμου, που επιδιώκουν να κινούνται «κάτω από το κατώφλι του πολέμου», η επαμφοτερίζουσα Τουρκία θα μπορούσε να καθυστερήσει τη διαδικασία αντίδρασης, προσφέροντας στους Ρώσους το απαιτούμενο παράθυρο ευκαιρίας, ώστε να πετύχουν τετελεσμένο.

Η αμερικανική ενεργειακή στρατηγική

Η αδρανοποίηση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας στις θαλάσσιες εκτάσεις στο νότο της χώρας, που προσπαθεί να επιτύχει η Άγκυρα, απειλεί να μεταμορφώσει ριζικά την ενεργειακή αρχιτεκτονική στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό στρέφεται ενάντια στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς. Συγκεκριμένα, τα ενοποιημένα κοιτάσματα Ισραήλ, Αιγύπτου, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ελλάδας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια σημαντική ενεργειακή δεξαμενή που θα τροφοδοτούσε την Ευρώπη, μειώνοντας την εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Σε αυτήν την περίπτωση η Ανατολική Μεσόγειος θα μπορούσε να αποτελέσει έναν «ενδιάμεσο ενεργειακό χώρο» μεταξύ Ρωσίας και Μέσης Ανατολής. Θα ενίσχυε δραστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, θα περιόριζε τον ρόλο της Ρωσίας και θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση της ανερχόμενης Κίνας.

Όμως, η τουρκική κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο απειλεί να καταστρέψει αυτήν την προοπτική. Δεδομένης, μάλιστα, της σημερινής σχέσης Άγκυρας-Μόσχας, η Ρωσία θα επιτύχει έμμεσο πλην αποφασιστικό έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου, ανατρέποντας τους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Έτσι, η εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία θα αυξηθεί αντί να μειωθεί.

Επιπλέον, δεδομένων και των στενών σχέσεων Ιράν-Ρωσίας, θα διαμορφωθεί ένας ενιαίος ενεργειακός χώρος με τρία κέντρα (Μόσχα, Άγκυρα, Τεχεράνη) που θα απειλεί με ενεργειακό στραγγαλισμό την Ευρώπη και συνακόλουθα θα υπονομεύει την αμερικανική στρατηγική. Ακόμη, όμως, και με τη Ρωσία εκτός κάδρου, πολύ δύσκολα οι ΗΠΑ θα δέχονταν μια τόσο μεγάλη ενίσχυση του ρόλου και της ισχύος της απρόβλεπτης Τουρκίας. Κι αυτό, επειδή η Τουρκία θα μετατρεπόταν σε κλειδοκράτορα της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Διώχνοντας την Τουρκία από το ΝΑΤΟ

Έτσι λοιπόν, μια Τουρκία εκτός ΝΑΤΟ θα μπορούσε να καταστεί προτιμότερη από μια Τουρκία εντός ΝΑΤΟ. Η έξοδός της θα μπορούσε να δρομολογηθεί από ένα πολεμικό «ατύχημα» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Σε αυτήν την περίπτωση, θα λύνονταν τα χέρια των Αμερικανών έναντι της Τουρκίας. Θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε ενέργειες στρατιωτικής πίεσης εναντίον της, ώστε να εξασφαλίσουν την επιθυμητή ενεργειακή αρχιτεκτονική στην περιοχή.

Επιπροσθέτως, η έξοδος της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να επιτρέψει την είσοδο σε αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε αυτήν την περίπτωση θα δημιουργούνταν ένας γεωπολιτικός διάδρομος στην Ανατολική Μεσόγειο, που θα ξεκινούσε από την Ελλάδα, θα πέρναγε από την Κύπρο και θα κατέληγε στο Ισραήλ. Αυτό το γεωπολιτικό οικοδόμημα θα αποτελούσε ένα φράγμα έναντι της ρωσικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Θα απομόνωνε τη Συρία του Άσαντ και θα αποτελούσε βάση στήριξης για τους Κούρδους. Θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με ένα ακόντιο καρφωμένο στη Μέση Ανατολή, το σώμα του οποίου θα αποτελούνταν από την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ και η αιχμή του από τα κουρδικά κρατικά μορφώματα στη Συρία και στο Ιράκ.

Επιπροσθέτως, μια παρόμοια εξέλιξη θα μπορούσε πιθανώς να ρυμουλκήσει την Αίγυπτο προς μια φιλοδυτική στρατηγική, απομακρύνοντάς την από την επαμφοτερίζουσα κατάστασή που είναι σήμερα. Και μια Αίγυπτος πακτωμένη πάνω σε μια δυτική γεωπολιτική αρχιτεκτονική θα ήταν μάλλον προτιμότερη επιλογή για την Ουάσιγκτον από ό,τι μια ασαφής Τουρκία μέσα στο ΝΑΤΟ. Βέβαια, εδώ μπορεί να προκύψει η αντίρρηση ότι με αυτόν τον τρόπο θα προέκυπτε μια ισχυρή ρωσοτουρκική συμμαχία.


Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι σίγουρο ότι θα συμβεί. Μεγάλο μέρος της πολυτιμότητας της Τουρκίας για τη ρωσική στρατηγική είναι το γεγονός ότι αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ. Επίσης, η επιλογή της «φιλίας» με την Άγκυρα μετά την κατάρριψη του ρωσικού Su-24, σε σημαντικό βαθμό επιλέχθηκε από τη Μόσχα ως ένα είδος «έμμεσης στρατηγικής». Κι αυτό, επειδή δεν μπορούσε να τα βάλει με ένα μέλος του ΝΑΤΟ για να μην προκαλέσει την αντίδραση ολόκληρης της Συμμαχίας. Όμως, με μια Τουρκία εκτός ΝΑΤΟ παρόμοιοι φόβοι δεν υπάρχουν.

Έτσι, με μια μοναχική Τουρκία, η οποία θα είναι πολύ λιγότερο πολύτιμη για τη Ρωσία από ό,τι είναι σήμερα, τα διαχρονικά ανταγωνιστικά στοιχεία στις γεωπολιτικές ταυτότητες των δύο χωρών πιθανώς να έρχονταν ξανά στην επιφάνεια. Ενδεχομένως και να οδηγούσαν την εύθραυστη ρωσοτουρκική συμμαχία σε διάλυση, εξυπηρετώντας περαιτέρω την αμερικανική στρατηγική.



Θερμό επεισόδιο ή παρατεταμένος πόλεμος

Βέβαια, όλα τα παραπάνω είναι σενάρια που μπορεί να βρίσκονται στη σφαίρα της φαντασίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι μια πιθανότητα που δεν στερείται λογικής και θα πρέπει να εξεταστεί. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι να μην θεωρήσουμε ότι παρόμοιο σενάριο θα ήταν μια εξέλιξη χωρίς κινδύνους για την Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων, αν οι ΗΠΑ ερωτοτροπούν με παρόμοιες σκέψεις, τότε δεν μπορούμε να είμαστε καθόλου σίγουροι ότι θα σπεύσουν να λειτουργήσουν πυροσβεστικά για τον τερματισμό πιθανής σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, όπως θεωρούμε ότι θα πράξουν σήμερα για να διαφυλάξουν τη συνοχή του ΝΑΤΟ.

Αντιθέτως, αν στόχος τους είναι η καταστροφή της υπάρχουσας δομής της Συμμαχίας, ώστε να την επαναδημιουργήσουν όπως επιθυμούν, τότε πιθανώς δεν θα αρκεί ένα σύντομο πολεμικό επεισόδιο μεταξύ των δύο χωρών. Μπορεί να βολεύει την Ουάσιγκτον μια παρατεταμένη αναμέτρηση που «δεν θα αφήσει άλλη επιλογή» στις ΗΠΑ από το να θέσουν «προσωρινά» εκτός Συμμαχίας τόσο την Τουρκία όσο και την Ελλάδα.

Με το τέλος, βέβαια, της σύγκρουσης θα καλωσορίσουν εκ νέου στη Συμμαχία μια βαριά πληγωμένη Ελλάδα και πιθανώς και την Κύπρο και θα κρατήσουν έξω την Τουρκία. Πιθανώς, μάλιστα, μια βαριά πληγωμένη Ελλάδα να είναι περισσότερο χειραγωγήσιμη από τις ΗΠΑ, όταν μάλιστα αυτές θα έχουν πλέον μετατραπεί σε «αντιτουρκική» δύναμη.

Σε κάθε περίπτωση, όπως ο γράφων έχει αναφέρει και σε προηγούμενο άρθρο του στο SLpress, η Ελλάδα θα πρέπει να ωριμάσει γεωπολιτικά. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να πάψει να θεωρεί ότι μπορεί να λειτουργεί ως απόφυση ισχυρότερων δυνάμεων που θα παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό της. Στον εξαιρετικά ρευστό κόσμο που διαμορφώνεται σήμερα δεν υπάρχουν βεβαιότητες και θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά καχύποπτοι. Ακόμη και «αντιτουρκικά» σενάρια, σαν αυτό που περιγράψαμε πιο πάνω, μπορεί να συνεπάγονται μεγάλα δεινά για την πατρίδα μας. Θα πρέπει, λοιπόν, να λειτουργούμε αυτόνομα χωρίς να θεωρούμε δεδομένη τη συμπεριφορά και την στρατηγική κανενός.

Πηγή: SL press

Δημοσίευση σχολίου