Μετά την εκτέλεση του Κατσίφα, η οποία εκ των πραγμάτων τραυμάτισε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, ο Ράμα ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά, προωθώντας περαιτέρω το σχέδιο δήμευσης των ελληνικών περιουσιών στην παράκτια ζώνη στη Χειμάρρα. Αυτή τη φορά ανακοίνωσε τη δήμευση 1.377.000 στρεμμάτων, με τον ισχυρισμό ότι οι ιδιοκτήτες τους δεν διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας. Πράγματι, δεν διαθέτουν, επειδή το αλβανικό κράτος απέφυγε να δώσει στους Έλληνες μειονοτικούς αυτό που έδωσε στους υπόλοιπους Αλβανούς πολίτες. 

Ο ανθελληνισμός, ως ιδιαίτερη έκφανση του εθνικισμού, άλλωστε, παραμένει σταθερά της αλβανικής πολιτικής σκηνής και επί Ράμα έχει παροξυνθεί. Αξίζει, πάντως, να υπογραμμισθεί πως αυτή τη φορά η αντίδραση προήλθε από τον ίδιον τον Έλληνα πρωθυπουργό από το βήμα της βαλκανικής τετραμερούς (Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία και Σερβία). Στην πραγματικότητα, ο Τσίπρας εμμέσως πλην σαφώς προειδοποίησε πως εάν τα Τίρανα συνεχίσουν την πολιτική αρπαγής ελληνικών περιουσιών, η Αθήνα θα μπλοκάρει την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.

Κι όλα αυτά συμβαίνουν όταν, παρά την κρίση, η Ελλάδα παραμένει –σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα της Αλβανίας– η χώρα που με τα εμβάσματα των Αλβανών μεταναστών συμβάλει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην αλβανική οικονομία. 

Στην περίπτωση της Χειμάρρας συναντιούνται δύο σκοπιμότητες: Πρώτον, η πάγια προσπάθεια των Τιράνων να την αφελληνίσουν. Δεύτερον, το κερδοσκοπικό παιχνίδι διαπλοκής για τον έλεγχο και την τουριστική αξιοποίηση του παράκτιου μετώπου στη νότια Αλβανία. Ο Ράμα πρωτοστατεί σ’ αυτό το κερδοσκοπικό παιχνίδι, όπως και πρωτοστατεί στην προστασία των μεγάλων κυκλωμάτων καλλιέργειας και εμπορίας ναρκωτικών. 

Καμπή στην προσπάθεια αφελληνισμού της Χειμάρρας ήταν η νέα διοικητική διαίρεση της Αλβανίας, μέσω της οποίας αυτή και άλλες μειονοτικές περιοχές τεμαχίσθηκαν και προσκολλήθηκαν σε περιοχές με αλβανικό πληθυσμό, ώστε να υπονομευθεί η δυνατότητα της μειονότητας να εκπροσωπείται στο αλβανικό Κοινοβούλιο, αλλά ακόμα και στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.



Με πρόσχημα την ανάπλαση


Δεν περιορίσθηκε, όμως, σ’ αυτή την κίνηση. Με πρόσχημα την ανάπλαση της παράκτιας ζώνης έχει αρπάξει ελληνικές περιουσίες και τώρα αρπάζει περισσότερες. Έφθασε στο σημείο να κατεδαφίσει με συνοπτικές διαδικασίες σπίτια και καταστήματα Ελλήνων μειονοτικών. Είχε προηγηθεί κατεδάφιση ακόμα και ναού στις Δρυμάδες. Όργανο της ανθελληνικής αυτής επιχείρησης ήταν ο κατά το ήμισυ ελληνικής καταγωγής δήμαρχος της περιοχής Γκόρος, πρώην στρατιωτικός επί καθεστώτος Χότζα, συνδεδεμένος με τις αλβανικές μυστικές υπηρεσίες και κάτοχος ελληνικού διαβατηρίου! 

Αν και από καταγωγή ο Ράμα δεν έχει τουρκαλβανική παράδοση, ο καιροσκοπισμός του τον ώθησε να παίζει το τουρκικό χαρτί. Δεν είναι μόνο ότι θαυμάζει ειλικρινώς τον Ερντογάν και όπου μπορεί μιμείται τις αυταρχικές μεθόδους του. Θεωρεί ότι η γονατισμένη λόγω της κρίσης Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορεί να του προσφέρει, όπως παλαιότερα, αλλά και είναι εύκολος στόχος. 

Η πείρα τον έχει πείσει ότι χωρίς κόστος μπορεί στο εσωτερικό να πουλάει ανθελληνισμό για να αντλεί εκλογικά οφέλη. Στο πλαίσιο αυτό καλλιεργεί μία μόνιμη ελεγχόμενη ένταση με την Αθήνα. Είναι ενδεικτικό ότι υπερηφανεύεται πως είναι ο μόνος Αλβανός πρωθυπουργός που σήκωσε κεφάλι στην Ελλάδα και έθεσε τις διμερείς σχέσεις σε βάση αμοιβαιότητας και ισοτιμίας.



Η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών


Υπενθυμίζουμε ότι ήταν ο Ράμα, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που είχε προκαλέσει πολιτικό θόρυβο και είχε προσφύγει στο αλβανικό Συνταγματικό Δικαστήριο για να ακυρωθεί η υπογεγραμμένη συμφωνία των κυβερνήσεων Καραμανλή και Μπερίσα για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών (2009). Έτσι και έγινε. Πριν λίγο καιρό, ο ίδιος ο Μπερίσα είπε εμμέσως πλην σαφώς στη Βουλή ότι ο τορπιλισμός εκείνης της συμφωνίας έγινε με παρέμβαση και για λογαριασμό της Άγκυρας. 

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Αθήνα δεν είχε τότε προχωρήσει σε αντίμετρα. Όχι μόνο δεν είχε θέσει όρους, αλλά και είχε διευκολύνει την αναγόρευση της Αλβανίας σε υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ χώρα. Όπως αποδεικνύεται από τα γεγονότα, τα Τίρανα τη μόνη γλώσσα που σέβονται είναι τη γλώσσα της ισχύος και του δούναι και λαβείν. Όταν η Ελλάδα τους προσφέρει δωρεάν, όπως κατά κανόνα συμβαίνει από το 1990, εκλαμβάνουν τη στάση της σαν ένδειξη αδυναμίας. Γι’ αυτό και δεν διστάζουν να κλιμακώνουν τις προκλήσεις τους. 

Η ελληνική διπλωματία έχει την τάση να διαβάζει την αλβανική πολιτική με ευρωπαϊκούς όρους, γεγονός που την οδηγεί σε λάθος κινήσεις. Με κλασική ανατολίτικη νοοτροπία, στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις, οι Αλβανοί αξιωματούχοι “γλείφουν” τους Έλληνες συνομιλητές τους, δημιουργώντας τους τη λάθος εντύπωση ότι είναι μετριοπαθείς και διατεθειμένοι να λύσουν προβλήματα. Κάπως έτσι εκτέθηκε ο Κοτζιάς προαναγγέλλοντας τον Ιούνιο του 2018 ότι το ελληνοαλβανικό Σύμφωνο θα είχε υπογραφεί εντός του περσινού καλοκαιριού.



Η αδημονία του Κοτζιά


Ας σημειωθεί ότι οι δύο πλευρές είχαν πράγματι συμφωνήσει να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός με σκοπό μία συνολική διευθέτηση των διμερών προβλημάτων. Την διαδικασία αυτή ήθελε και η Κομισιόν για να προωθηθεί η αλβανική ενταξιακή πορεία. Τον Σεπτέμβριο του 2016, όμως, η προσπάθεια είχε σταματήσει, λόγω της υπόθεσης του non paper, με το οποίο υποτίθεται ότι ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών αποδεχόταν να εγγραφεί στην ατζέντα των συνομιλιών το Αλβανοτσάμικο. 

Υπενθυμίζουμε πως τα Τίρανα είχαν εκμεταλλευθεί την ευκαιρία για να προσπαθήσουν να εντάξουν το Αλβανοτσάμικο στη διμερή ατζέντα. Ο Κοτζιάς είχε τότε ξεκαθαρίσει ότι η θέση της Αθήνας ήταν και παραμένει πως δεν υφίσταται τέτοιο θέμα. Όποιος θεωρεί ότι έχει αδικηθεί από την ελληνική Πολιτεία μπορεί να καταφύγει στα ελληνικά και στη συνέχεια στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. 

Το πάθημα δεν έγινε μάθημα στον Κοτζιά. Στο πλαίσιο της διπλωματικής του αδημονίας, επανέλαβε την προσπάθεια. Παρά το γεγονός ότι έκανε βήματα πίσω, αποδεχόμενος την σε βάρος της Ελλάδας αλλαγή των θαλασσίων ορίων, για μία ακόμα φορά έπεσε σε τοίχο. Ο Αλβανός ομόλογός του Μπουσάτι εμφανιζόταν μετριοπαθής, αλλά τη γραμμή την αποφασίζει ο Ράμα.



Ο αποκαλυπτικός διάλογος Ράμα-Μπερίσα



Αναφορικά με την επιχείρηση αφελληνισμού της Χιμάρας, είναι αξιοσημείωτο ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι Ράμα και Μπερίσα είχαν ανταλλάξει το 2016 αλληλοκατηγορίες, οι οποίες αποδεικνύουν τις μεθοδεύσεις του αλβανικού κράτους σε βάρος της ελληνικής μειονότητας. Ο Ράμα είχε καταγγείλει ότι «έχουν πάρει τα κτήματα των Χειμαρραίων με πλαστογραφίες και διαφθορά, άτομα που δεν έχουν καμία σχέση η καταγωγή από την περιοχή». Πράγματι, αυτά τα άτομα είχαν μέχρι τότε αρπάξει από τους ιδιοκτήτες τους πάνω από 50.000 στρέμματα στην παραθαλάσσια περιοχή των Αγίων Σαράντα και της Χειμάρρας. 

Η απάντηση Μπερίσα στη Βουλή ήταν αποκαλυπτική: «Εγώ έχω δουλέψει με πρόγραμμα. Στους Αγίους Σαράντα έχω κατεβάσει Λάμπηδες και μόνο Λάμπηδες». Οι Λάμπηδες είναι μουσουλμάνοι που ζουν σε περιοχή ανατολικά της Χειμάρρας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι επιβεβαιώθηκε στο ανώτατο επίπεδο και επισήμως η επιχείρηση αλλοίωσης του πληθυσμού στη Χειμάρρα. Όταν, βεβαίως, ο Ράμα έγινε πρωθυπουργός, συνέχισε το έργο του Μπερίσα με ακόμα μεγαλύτερο πάθος, αφού τώρα, εκτός από τον αλβανικό εθνικό στόχο του αφελληνισμού, υπάρχει και η χρυσοφόρος διαπλοκή. 

Η επιχείρηση στηρίζεται στην αρπαγή των περιουσιών που υποχρεώνει τους Έλληνες μειονοτικούς να αποκόπτονται από τις πατρογονικές εστίες τους. Όπως προανέφερα, αυτό είναι δυνατόν, επειδή το αλβανικό κράτος δεν έχει δώσει τίτλους ιδιοκτησίας στους Έλληνες μειονοτικούς για να τους έχει υπό πίεση και να μπορούν Αλβανοί με ψευδομάρτυρες να ισχυρίζονται ότι οι περιουσίες ανήκουν σε προγόνους τους από την οθωμανική περίοδο. Τώρα πλέον, επί Ράμα, είναι το ίδιο το αλβανικό κράτος που δημεύει ευθέως ελληνικές περιουσίες, επικαλούμενο την κατάσταση που το ίδιο δημιούργησε: το γεγονός ότι οι Βορειοηπειρώτες δεν έχουν τίτλους ιδιοκτησίας, επειδή ποτέ δεν τους δόθηκαν.

Σταύρος Λυγερός

Δημοσίευση σχολίου