κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο 
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη 
Γ. ΣΕΦΈΡΗΣ[1]




1. ΕΛΠΉΝΩΡ 
.....ποια πολιτεία ; - οι μούμιες ανάμεσα σε αρχικά ονομάτων διατρέχουν το χάσμα του ανθρώπου και γιατί : αυτή η σκιά απομακρύνεται ανατολικά του ήλιου ή δυτικά της σελήνης - οι λεωφόροι ανιαρές και ασαφείς - πλήρωναν με το ίδιο νόμισμα χωρίς να κρύβουν την αηδία - ο τόνος της φωνής όταν μιλούσε ήταν τρυφερός και κάπως συγκαταβατικός ανακάλυψε ξαφνικά ότι οι άνθρωποι έχουν κάποια αξία όπως τα δάχτυλα του φαύνου - doigts de faune - το σεληνόφως στο περιβόλι έμοιαζε ψεύτικο : Ω Ντόριαν Ντόριαν μη μ' αφήνεις λυπάμαι που δεν έπαιξα καλά.[2] - 
Δε θα φαντάζει ποτέ πια νικητής στα ίδια μάτια η πίστη στον εαυτό του είχε συντριβεί πριν την ώρα της - εγώ όμως το κατάλαβα στη χροιά - τρεμούλιαζε κάτι απότομο και βάναυσο ανυπόταχτο ίσως παράξενα ντροπαλό λεγόταν πολλά που ξεφεύγουν από τον έλεγχο της λογικής διέθετε το αόρατο όπλο της γυναίκας σε μια δίνη - σωριάστηκε κάπου κι άρχισε να σκέφτεται - εκείνος έψαχνε να διορθώσει την πρώτη του ήττα - θα ήθελε να παίζει νικηφόρα το παιχνίδι του γέλιου και του κρεβατιού πρόληψη βέβαια με αρκετούς υποστηρικτές μπορεί κανείς να προδιαγράψει την έκβαση της δίκης - Θυμάμαι σα να ήταν τώρα - μιλούσα στρυφνά προσποιητά όπως από βιβλίο - όμως δε μ' αναχαίτιζε - το βλέμμα άγγιζε ελαφρά τα πρόσωπα Αποδείχτηκε ρηχή και αναξιόπιστη ερωμένη - γυναίκα στα λαγόνια του καλοκαιριού καθώς αργοπορεί κοιτάζοντας κάτι παρόμοιο που με πολύ μεγάλα λόγια εξομολογήθηκε μες στη διάρκεια της απελπισίας - δε μου έρχονται τώρα ακριβώς τι έλεγε - ξανάρχισε αιχμαλωτίζοντας την προσοχή μου ήταν πολύ αργά στην αμυδρή αίσθηση ότι έπαιρνε μέρος σε μια απαραίτητη τραγωδία εξαγνισμού : θα κοίταζε το πορτρέτο του Ντόριαν και τις νυχτερίδες - αυτή η βεβαιότητα την τρόμαζε - η ήρεμη ουσία : τι ξοδεύτηκε - αδημονία ν' ακούσει τη συνέχεια - λησμονήθηκαν όλα σαν από άνεμο : Λανθασμένοι παραλληλισμοί Η ΝΥΧΤΕΡΊΔΑ : ....δεν είμαι σπίτι για κανένα [ο μπάτλερ υποκλίνεται και χάνεται στις κουίντες]
-/ λάγνος υπαινιγμός ως προϋπόθεση ύπαρξης αντιπαθούσε την ομπρέλα και τη βροχή φανέρωναν την αληθινή αποσύνθεση της ζωής τέντωσε το αυτί μήπως ακούσει να επιστρέφουν αυτό άλλωστε συνέβη μόνο μια φορά - έμενα μόνος - πώς να προσπαθήσει κανείς να θεραπεύσει την κατάσταση συγκριτικής άγνοιας ή απουσίας ; Πλησίασα το κατώφλι ένα δωμάτιο με χαμηλό ταβάνι χωρίς παράθυρο χωρούσε ίσα το κρεβάτι που χρειαζόμουν - πολυμορφία εκπληκτική - πραγματική - ο Θεός ξέρει σε τι μεταβάλλεται κι εξελίσσεται ή μάς επιφυλάσσει το Πιο Πέρα από κείνα τ' αναληθή πρόσωπα όταν εμφανίζονται - οι άνθρωποι αναζητούν ψιθυριστά στις γωνιές προσπερνούν κάνοντας περιφρονητικούς μορφασμούς κι αυτή η 
αν-ουσία χαράσσει το πρώτο maggiore του τραγουδιστικού μύθου το υπολλειματικό υποστέρεο ίζημα κάθε έμβιας μορφής στη σπηλιά Η όψη που έχουμε - οι όψεις - είναι τόσο σημαντική περιέχει την αξιοπρέπεια μιας τελετής όπως και κάθε μη ρεαλισμού τυχαίου - κάποιος απ' όλους - ο ελάχιστος - γίνεται προκαθορισμένο θύμα από αμέλεια και την επόμενη φορά προσχεδιασμένα προκαλεί τη μοίρα του - Σαν απόρροια της κατηγορίας : Έχουμε αυτόματα αισθητή συγκεκριμένη αλλαγή των χαρακτηριστικών του κατηγορουμένου τα ξεσπάσματα υπήρξαν υστερικά με δάκρυα και σπασμούς κόχλαζαν πάνω απ' τη θλίψη όσων έστεκαν στις σκιές των κυμάτων Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει όταν βγήκαν - η ανάκριση διεξάγεται προς το παρόν με βλέμματα - χωρίς αιτία θα ξεστομίσω την ευχή σε τόνο secreto με συνοδεία κάποιου ψαλμού δοξαστικού. 


  

2. ΝΕΚΥΙΑ
Η ΝΥΧΤΕΡΊΔΑ : .....αφιερωμένο στην εντάφια προσωπίδα σου Ντόριαν Γκρέι  Ω Ντόριαν Ντόριαν μη μ' αφήνεις λυπάμαι που δεν έπαιξα καλά
θα έδινα ο,τι πεις για να δω το πρόσωπό σου - πού βρίσκεται τώρα ; Μέχρι την άλλη μεριά του πάρκου.....
- Τα πιο κοντινά και δευτερεύοντα καθησυχάζουν - αυτοί λοιπόν - σα να λέμε - οι φυσικοί νόμοι : - μιλούσα για εκδίκηση
βρίσκω τους περισσότερους κατηγορούμενους γοητευτικούς - [ακουμπούσε το κηροπήγιο στο πάτωμα όπως ο Μπλουμ][3][παύση] 
ΝΤΌΡΙΑΝ : ......έλα πάμε να δειπνήσουμε είναι πολύ αργά και φοβάμαι ότι η σαμπάνια θα έχει παραπαγώσει  
-/ η Σύμπιλ Βέην[4] των παθιασμένων μισοερειπωμένων λέξεων απέφυγε τις προβλέψεις απλώνοντας ικετευτικά τα χέρια
Η ΝΥΧΤΕΡΊΔΑ : ......είμαι  μια νυχτερίδα - είπατε πως θα μου λέγατε κι εσείς κάποιο μυστικό σας
ΝΤΌΡΙΑΝ :.......μιμήθηκα πολλές φορές ότι ο Θάνατος με παίρνει μαζί του [μικρή παύση] κι αν έχεις τον εαυτό σου συνεχώς κρυμμένο πίσω απ' το παραβάν μάλλον δε νοιάζεται και πολύ για σένα - όπως οι περιστροφικοί κατακλυσμοί που εγκαθιστούν τον τρόμο στη βάση της ανθρώπινης σκέψηςκαι την άλλη μέρα στην προοπτική της δίκαιης τιμωρίας τιμωρούνται όλοι ανεξαιρέτως [μεγάλη παύση] - 
κάθε εναίσθημα υπόκειται στη νομοτέλεια της χημικής αποσύνθεσης -/ Ας καθίσουμε - είπε η Σύμπιλ Βέιν - εγώ θα καθίσω στη σκιά κι εσύ στο φως του ήλιου Έτσι συμβαίνει - γίνεται κάτι πάνω απ' τις ζωές μας σε αναταράξεις μεταμορφώσεων έως την τελική ξέπνοη φθορά [μικρή παύση] 
ΝΤΌΡΙΑΝ : ......ο συνήγορος προσλαμβάνεται για να ελαφρώσει το φορτίο από τους ώμους μας - αν μπορεί να υπάρξει τέτοια περίπτωση τότε ολόκληρος ο Κανόνας γίνεται σκόνη -/ Ο υπηρέτης αναρωτήθηκε αν έπρεπε να ρίξει καμιά ματιά πίσω απ' το παραβάν [Φως Σκοτάδι] 
......δεκάξι χρόνια ύστερα από το μακρύ φιλί μιλώντας πολύ αργά ή μήπως ήταν της φαντασίας του ; θα βάδιζε φανερά κι εν πλήρει γνώσει ενάντια σ' αυτό το αερικό με τις μισάνοιχτες νύχτες - πήγαινε κατάκοπος στο κρεβάτι της και το έβρισκε άδειο ο φοβερός χείμαρρος που κατεβαίνει Ω η θάλασσα η θάλασσα κατακόκκινη μερικές φορές σαν ανεξίθρησκο αίμα και ναι είπε θέλω ναι ο ψιθυριστός διάλογος στο παράθυρο η απόδειξη της τυραννίας πάντως καλά θα έκανε να προσέχει η καλοπέραση τα πλούτη η ελευθερία η ησυχία τι είναι τότε τα εκατομμύρια γεγονότα που μαρτυρούν όσους έζησαν βιαστικά στηριγμένοι για λίγο στα τριαντάφυλλα έσκυψε το κεφάλι χαμηλά σα να 'θελε ν' ακούσει προσεκτικά όσα έλεγε 
ΝΤΌΡΙΑΝ : ..... ανώδυνη κι ασήμαντη Ως νυχτερίδα παραμέρισε τη θέση και το μέλλον του μνηστήρα της [γελάει καγχάζοντας][5] ποιες αναμνήσεις ; ο καθένας με σβησμένα μάτια - σώζονται απαίσιες -/ κι ένα πρωί όταν ο ήχος των βημάτων ξεμάκρυνε έβαλε το κλειδί στην τσέπη του ένοιωθε ασφαλής έπεφταν νομίσματα πάνω απ' το μέρος που κρυβόταν και παραφύλαγε βρεγμένος ως το κόκκαλο δάκρυα και μεταμέλειες κατάρες κι ενθουσιασμοί θριάμβευε - τραγουδούσε ιταλικές άριες εκείνη θα τον περίμενε στην είσοδο της νυχτερινής πόλης - συγνώμη αλλά το λάθος είναι αποκλειστικά δικό σου του είπε - το κρεβάτι με το σκούρο αρωματισμένο ξύλο και τις φιλντισένιες ψηφίδες - ανακάθισε όπως στην πλώρη μιας γόνδολας με λαιμό κύκνου ανέβαινε λαμπρή στο μισόφωτο : Ντόριαν Ντόριαν μη μ' αφήνεις λυπάμαι που δεν έπαιξα καλά. Οι ψυχές τους γύρευαν τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο. 




ΤΕΛΟΣ






ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ βλ. σημ. [5]
[2] Όσκαρ Ουάιλντ, Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, μτφρ. Βασιλική Κοκκίνου, ένθετο της εφημ. ''Αγορά'' - αχρονολόγητο
[3] Λέοπολντ Μπλουμ ήρωας του Τζόυς στον Οδυσσέα του
[4] Σύμπιλ Βέιν ερωμένη του Ντόριαν Γκρέι ο.π.
[5] ''όπου οι ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων ακολουθούν τον Ερμή, τσιρίζοντας όπως οι νυχτερίδες όταν πετούν μέσα σε σπηλιά'' [Οδύσσεια ω 5-10, σημ. του Γ. Σαββίδη στο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΊΝΗΣ - βλ. Γ. Σεφέρη ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ίκαρος 1976]

Δημοσίευση σχολίου