Εισήγηση του οικονομολόγου Πέτρου Σταύρου στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα "ΕΥΡΩΖΩΝΗ, ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ" που διοργάνωσε από 15 -17 Ιανουαρίου 2016 στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθήνας ο Μαρξιστικός Χώρος Μελέτης και Ερευνας (ΜΑΧΩΜΕ) 



Η συγκεκριμένη εισήγηση θα επιχειρήσει να συγκροτήσει ένα κοινό πλαίσιο αντιμετώπισης των θεμάτων μετάβασης στο εθνικό νόμισμα, στη χρηματοδότηση του παραγωγικού μετασχηματισμού και την αντιμετώπιση της ανεργίας. Η εισήγηση δεν είναι θεωρητικού ενδιαφέροντος με την έννοια ότι δεν θα αναφερθεί σε θεωρητικά οικονομικά υποδείγματα αλλά θα αντιμετωπίσει κάποια από αυτά, στο πλαίσιο του καθορισμού των αξόνων της κατάλληλης οικονομικής πολιτικής για μια ρήξη με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ
Κάθε χώρα που έχει το δικό της νόμισμα δεν σημαίνει αυτόματα ότι έχει κατακτήσει και τη νομισματική κυριαρχία ή ότι την έχει προσεγγίσει σε έναν ικανοποιητικό βαθμό. Αυτό είναι κάτι που φαίνεται και στις πρόσφατες εξελίξεις των ασιατικών χρηματιστηρίων, με τη «φυγή» κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές λόγω της αντιστροφής της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ που επέβαλλε η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα (FED). Η Κίνα, η δεύτερη οικονομία στον κόσμο χρειάστηκε να στηρίξει αρκετές φορές μέσα σε δύο βδομάδες, τη συναλλαγματική ισοτιμία του γουάν με το δολάριο. Η Κίνα δεν θα πρέπει να θεωρείται ως μια χώρα με πλήρη νομισματική κυριαρχία αυτήν την στιγμή. Γενικά, δεν αρκεί μια χώρα να «τυπώνει» το δικό της νόμισμα για να θεωρείται ως νομισματικά κυρίαρχη.
Μια χώρα που τυπώνει το δικό της νόμισμα αλλά οι εξαγωγές της απαρτίζονται από τις πρώτες ύλες που παράγει και μόνο, δεν πρέπει να θεωρείται νομισματικά κυρίαρχη, ακόμα και αν είναι μια οικονομία του μεγέθους της Ρωσίας ή της Βραζιλίας. Η νομισματική της κυριαρχία δοκιμάζεται κάθε φορά που οι τιμές των πρώτων υλών πέφτουν.
Μια χώρα που «τυπώνει» το δικό της νόμισμα, έχει πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο αλλά εξαρτάται από έναν ή δύο εμπορικούς εταίρους και όχι από περισσότερους δεν πρέπει να θεωρείται νομισματικά κυρίαρχη. Η νομισματική της κυριαρχία δοκιμάζεται κάθε φορά που ο βασικός εμπορικός εταίρος βρίσκεται σε ύφεση.
Αντίθετα, μια χώρα που δεν «τυπώνει» το δικό της νόμισμα αλλά παράγει σύνθετα και διαφοροποιημένα προϊόντα, έχει πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών με ένα σύνολο από εμπορικούς εταίρους και στο εσωτερικό της ασκείται δημόσια πιστωτική πολιτική με συγκεκριμένο αναπτυξιακό σχέδιο, τότε αυτή η χώρα μπορεί να μην «τυπώνει» το δικό της νόμισμα αλλά είναι σε μεγαλύτερο βαθμό νομισματικά κυρίαρχη από ότι είναι οι χώρες που «τυπώνουν» το δικό τους νόμισμα.
Έτσι, μια χώρα έχει πλήρη νομισματική κυριαρχία όταν ελέγχει όλες τις μορφές χρήματος (νομισματικές και πιστωτικές) και ως προς την ποσότητα τους και ως προς την αξία τους. Ο δημόσιος έλεγχος της πίστωσης είναι και αυτός μια μορφή νομισματικής κυριαρχίας, αν ελέγχει την ποσότητα και την κατεύθυνση της πίστωσης. Αντίθετα, δεν συνιστά μορφή νομισματικής κυριαρχίας μια διαρκής υποτίμηση του εθνικού νομίσματος διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει σταθερός έλεγχος επί της αξίας του και της ποσότητας του.
Άρα, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι από τη δική μας την πλευρά και ενώ δεν υποτιμάμε την ανάγκη έκδοσης εθνικού νομίσματος, στο πλαίσιο της προσπάθειας αντιμετώπισης των πολιτικών της ΕΕ, εντούτοις θεωρούμε την έννοια της νομισματικής κυριαρχίας πιο σύνθετη και πιο απαιτήτική από την απλή ανάγκη έκδοσης εθνικού νομίσματος. Μορφές νομισματικής κυριαρχίας μπορούν να υπάρξουν και με τη χρήση του ευρώ, του δολαρίου ή οποιουδήποτε άλλου νομίσματος αρκεί οι δημοσιονομικές αρχές της χώρας και οι πιστωτικοί θεσμοί της να μην υποκείνται στον έλεγχο και την καταστολή πολιτικών του τύπου που εφαρμόζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατά συνέπεια, το εθνικό νόμισμα είναι μόνο μια μορφή της νομισματικής κυριαρχίας και η έκδοση του ένα υποσύνολο πολιτικών στο πλαίσιο μιας ευρύτερης και πιο συνολικής στρατηγικής. Η νομισματική κυριαρχία είναι κάτι ευρύτερο από την έκδοση εθνικού νομίσματος.
Σημερινός σκοπός μας λοιπόν είναι να εξηγήσουμε την σημασία της νομισματικής κυριαρχίας, ως ευρύτερης και συνολικότερης έννοιας του εθνικού νομίσματος, στην ανάπτυξιακή διαδικασία, την αντιμετώπιση της ανεργίας και τον κοινωνικό μετασχηματισμό.  
ΕΥΡΩ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Ας δούμε κάποια στατιστικά στοιχεία της Eurostat για  τα επίπεδα των ελλειμμάτων και πλεονασμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας από το 1980 και μετά.
Το 1980 το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών ανέρχεται στο 4% του ΑΕΠ, το 1985 ανέρχεται στο 7% περίπου και  το 1994 σχεδόν μηδενίζεται. Από το 1999 και μέχρι το 2005 το έλλειμμα είναι σταθερά μεγαλύτερο από το 4% με κορυφαία τιμή το 2000 που είναι 8% και το 2005 είναι πάλι 7,6%. Από το 2006 και μετά και μέχρι το 2010 γίνεται διψήφιο, ενώ το 2008 φτάνει το 15%. Από το 2010 και μετά μειώνεται και το 2013 σχεδόν μηδενίζεται, προφανώς λόγω της μεγάλης ύφεσης.
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι σαφές. Η ελληνική οικονομία είναι μόνιμα ελλειμματική και πριν και μετά το ευρώ. Βέβαια, μετά την είσοδο της χώρας στο ευρώ, το έλλειμμα διογκώνεται με αναμφισβήτητο τρόπο.
Ας δούμε συμπληρωματικά και κάποια στοιχεία εμπορικού ισοζυγίου προϊόντων αφού δηλαδή έχουμε αφαιρέσει και τις υπηρεσίες και τις εισοδηματικές μεταβιβάσεις από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Καθόλη τη διάρκεια 1992 – 2001 το ισοζύγιο προϊόντων είναι ελλειματικό φθάνοντας το 2000 – 2001 να είναι στο 20%. Από το 2002 και μετά όμως εκτινάσσεται πάνω από το 22% και φθάνει το 2008 στο 44% από κει και ύστερα μειώνεται μέχρι και το 17% αλλά παραμένει σταθερά επάνω από το ποσοστό που ήταν κατά την περίοδο 1995 και πριν.
Τι μας λένε τα παραπάνω στοιχεία; Μας λένε ότι η ελληνική οικονομία έχει ένα μόνιμο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και πριν και μετά το ευρώ. Μας λένε επίσης ότι το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας διογκώνεται αμέσως μετά την είσοδο στην ευρωζώνη. Δεν μας λένε όμως ότι αυτή η συνεχής επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας οφείλειται στις σχετικές τιμές ή στις τιμές κόστους διότι αν ήταν έτσι τότε η ανταγωνιστικότητα θα διορθωνόταν και με την εσωτερική υποτίμηση, την πολιτική δηλαδή που ασκείται εδω και 6 χρόνια λόγω του μνημονίου. Οι εξάγωγές θα αυξάνονταν κατά το διάστημα της επίδρασης της εσωτερικής υποτίμησης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε και δεν φαίνεται να μπορεί να γίνει ούτε και με τη νομισματική υποτίμηση.
Αν ισχύουν τα παραπάνω τότε τι ακριβώς έγινε με την ελληνική ανταγωνιστικότητα μετά την είσοδο στο ευρώ; Εκείνο που έγινε μας το λέει η βελτίωση του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών από το 2010 και μετά. Η σκληρή πολιτική λιτότητας μείωσε τα εισοδήματα, περιόρισε την κατανάλωση, μείωσε τις επενδύσεις και ελαχιστοποίησε τις εισαγωγές και όλα αυτά γιατί το εθνικό εισόδημα (ΑΕΠ) μειωνόταν ενώ το μέσο ευρωπαϊκό εισόδημα αυξανόταν. Εκείνο που έγινε λοιπόν κατά την περίοδο του μνημονίου ήταν ότι άλλαξε η σχέση ελληνικού ΑΕΠ προς το  μέσο ευρωπαϊκό ΑΕΠ.
Αντίθετα, κατά την περίοδο πριν και κυρίως μετά την είσοδο της χώρας στο ευρώ το ελληνικό ΑΕΠ αυξανόταν ταχύτερα από το μέσο ευρωπαϊκό ΑΕΠ και αυτό οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών και επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δεν είναι λοιπόν οι σχετικές τιμές των προϊόντων, δηλαδή το ευρώ από μόνο του, που επιδεινώνει την ανταγωνιστικότητα αλλά είναι οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας σε περιβάλλον ευρώ, που όταν αυτή αναπτύσσεται αυξάνεται το έλλειμμα και όταν αυτή συρρικνώνεται  μειώνεται το έλλειμμα και βελτιώνεται η φαινομενική ανταγωνιστικότητα.
Ας το επαναλάβουμε άλλη μια φορά: Εντός της ευρωζώνης το πρόβλημα είναι λίγο αντιφατικό αλλά ισχύει πως όταν μια οικονομία έχει διαρθρωτικές αδυναμίες, τότε η αύξηση του εθνικού εισοδήματος επιφέρει επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας και μια αντίστοιχη μείωση του εθνικού εισοδήματος φαινομενική βελτίωση. Να το πούμε και αλλιώς. Εντός της ευρωζώνης η σύγκλιση των οικονομιών με διαρθρωτικές αδυναμίες είναι αδύνατη με τις πιο ισχυρές οικονομίες ακόμα και αν οι πρώτες επιτυγχάνουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Από τα προηγούμενα συνάγεται πως η πολιτική του μνημονίου και των ευρωπαϊκών ελιτ στοχεύει, στο βραχυμεσοπρόθεσμο διάστημα, να επιτύχει μείωση του εθνικού εισοδήματος και βελτίωση της φαινομενικής ανταγωνιστικότητας και στο μακροπρόθεσμο διάστημα ανάπτυξη των εκκαθαρισμένων και συγκεντροποιημένων κεφαλαίων με ανύπαρκτες εργασιακές σχέσεις. Αυτό είναι και το αναπτυξιακό σχέδιο του Κεφαλαίου ως συνολική έκφραση. Μεταφορά από τους μη εμπορεύσιμους κλάδους (οι κλαδοι που παράγουν για την εσωτερική αγορά και μόνο) με υψηλά περιθωρία κέρδους της προηγούμενης περιόδου, στους νέους εκκαθαρισμένους, περισσότερο εξωστρεφείς και συγκεντροποιημένους κλάδους με υψηλά περιθώρια κέρδους λόγω εξοικονόμησης κεφαλαίου και ανύπαρκτων εργασιακών σχέσεων.
Όμως πιο είναι το διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας για το οποίο μιλάμε; Φυσικά και δεν είναι οι μισθοί και το ύψος τους. Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι πως για να μπορέσει να λειτουργήσει το εγχώριο παραγωγικό σύστημα (πρωτογενής, δευτερογένης και τριτογενής τομέας) πρέπει να εισάγει, ενέργεια, πρώτες και ενδιάμεσες ύλες, κεφαλαιουχικό μηχανισμό και υπηρεσίες. Με λίγα λόγια εισάγουμε ότι δεν παράγουμε και ταυτοχρονα εισάγουμε αυτό που απαιτείται για να παράγουμε ότι παράγουμε μέχρι και σήμερα και αυτό που παράγουμε μέχρι και σήμερα είναι προϊόντα και υπηρεσίες, στα σημεία του οικονομικού συστήματος που υπάρχουν υψηλά περιθώρια κέρδους και απευθύνονται στην εσωτερική αγορά, ως επί των πλείστων.  
ΝΕΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ – ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΥΚΛΩΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΡΟΩΝ.
Αν θέλαμε να περιγράψουμε όλο το οικονομικό σύστημα ως σύστημα χρηματοροών θα λέγαμε ότι αυτό απαρτίζεται από πέντε πεδία: Το πεδίο των νοικοκυριών που είναι το κατεξοχήν πεδίο της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, το πεδίο των παραγωγικών μονάδων, το πεδίο των χρηματοπιστωτικών ροών και των πιστωτικών θεσμών και ιδρυμάτων, το πεδίο του κράτους και της άσκησης φορολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής και το πεδίο του εξωτερικού τομέα που αντικατοπτρίζει τη σχέση εισαγωγών και εξαγωγών προϊόντων και  υπηρεσιών.
Από αυτά τα πέντε πεδία στα τρία εισέρχεται ή εξέρχεται, δημιουργείται η καταστρέφεται χρήμα. Τα τρία αυτά πεδία είναι α) το κράτος (συμπεριλαμβανομένης και της κεντρικής τράπεζας) και η δημοσιονομική του πολιτική, β) το πιστωτικό σύστημα και γ) ο εξωτερικός τομέας. Ο οικονομικός, κοινωνικός και πολιτικός έλεγχος αυτών των τριών πεδίων οδηγεί στη νομισματική κυριαρχία.
Ο δημόσιος τομέας δημιουργεί και καταστρέφει χρήμα ανάλογα, με την ελλειμματική (δημιουργία χρήματος) και την πλεονασματική (καταστροφή χρήματος) λειτουργία του δημοσιονομικού προϋπολογισμού. Με τις πολιτικές του μνημονίου καταστρέφεται χρήμα διότι απαιτούνται δημοσιονομικά πλεονάσματα για να πληρώνονται οι πιστωτές του ελληνικού δημοσίου. Αν η ελληνική κυβέρνηση επεδίωκε παύση πληρωμών εντός του ευρώ τότε ο δημοσιονομικός προυπολογισμός θα έπρεπε να ισοσκελιστεί και η καταστροφή ή αλλιώς η εκροή χρήματος από το οικονομικό κύκλωμα θα σταματούσε.
Ο πιστωτικός τομέας δημιουργεί χρήμα όταν δίνει περισσότερα νέα δάνεια από τις επιστροφές παλαιότερων δανείων (τοκοι χρεωλύσια παλαιών δανείων). Καταστρέφει χρήμα όταν οι επιστροφές δανείων είναι περισσότερες από τα νέα δάνεια. Σήμερα με το μνημόνιο, τα «κόκκινα» δάνεια, την πώληση ολόκληρου του τραπεζικού τομέα  στο ιδιωτικό κεφάλαιο και την πολιτική του καθοδήγηση από την ΕΚΤ, ο πιστωτικός τομέας καταστρέφει χρήμα και δεν δημιουργεί.
Τέλος,  ο εξωτερικός τομέας διοχετεύει νέο χρήμα στην εσωτερική οικονομία όταν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι θετικό και απορροφά χρήμα όταν το ισοζύγιο είναι αρνητικό.
Είπαμε πριν ότι ο έλεγχος αυτών των τριών πεδίων οδηγεί στη νομισματική κυριαρχία δηλαδή στον έλεγχο των μορφών, των ποσοτήτων και της αξίας του χρήματος. Ας δούμε τώρα ορισμένες παραδειγματικές εκδοχές της λειτουργίας του κυκλώματος των χρηματοροών.
1η εκδοχή: Εαν ο δημόσιος τομέας είναι πλεονασματικός και τα πλεονάσματα του τα κατευθύνθει στους κατόχους χρήματος είναι δηλαδή ένας δημόσιος τομέας που αφαιρεί χρήμα από την οικονομία και το κατευθύνει στους κατόχους κεφαλαίου και παράλληλα  ο εξωτερικός τομέας είναι ελλειμματικός έχουμε μεγάλη εκροή χρήματος και απαιτείται ο πιστωτικός τομέας να είναι τόσο ελλειμματικός, να δημιουργεί δηλαδή τόσο πιστωτικό χρήμα όσο για να καλύψει τη μείωση της χρηματικής ποσότητας και να φέρει το σύστημα σε ισορροπία. Να πούμε εδώ πως όταν ο δημόσιος τομέας είναι πλεονασματικός είναι εξ ορισμού μη κοινωνικός δημόσιος τομέας δηλαδή τα πλεονάσματα είτε έχουν μοιραστεί στους κατόχους χρήματος ή δεν έχουν δαπανηθεί σε κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Κάποιες κοινωνικές ανάγκες έχουν μείνει ακάλυπτες.
2η εκδοχή: Εαν ο εξαγωγικός τομέας είναι πλεονασματικός, δηλαδή οι εξαγωγές είναι μεγαλύτερες από τις εισαγωγές, τότε ναι μεν η οικονομία είναι ανταγωνιστική αλλά αυτό δεν συνεπάγεται κανένα κέρδος για τις εργαζόμενες τάξεις, εαν επικρατούν εργασιακές συνθήκες μεσαίωνα και το κράτος υποφορολογεί το κεφάλαιο και έχει μειώσει κατα πολύ τις κοινωνικές δαπάνες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σχεδόν όλο το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πηγαίνει στην ενίσχυση των κερδών που είναι το εισόδημα των καπιταλιστών. 
Με τα παραπάνω θέλουμε να πούμε τα εξής: Από αριστερή σκοπιά, δεν αρκεί να κατέχεις κάποιον βαθμό νομισματικής κυριαρχίας εαν δεν έχεις παράλληλα ανακατευθύνει τις χρηματορροές προς το κοινωνικό κράτος που καλύπτει κοινωνικές ανάγκες των εργαζόμενων τάξεων και το μισθό που είναι η αμοιβή της εργασίας.
Άρα, για να καταλήγουμε.  Μια πιθανή ευνοϊκή, για τα λαϊκά συμφέροντα, μορφή νομισματικής κυριαρχίας η αλλιώς ελέγχου των βασικών χρηματορροών της οικονομίας  και αντιμετώπισης των πολιτικών της ΕΕ θα ήταν η εξής:
Ισοσκελισμένος κρατικός προϋπολογισμός που επιτυγχάνεται με α) σαφή προσδιορισμό των κοινωνικών αναγκών, β) δίκαιο και έντονα προοδευτικά φορολογικό σύστημα και γ) παύση πληρωμών των τοκοχρεωλυσίων του χρέους. Αν θέλουμε για κάποια περίοδο ο προϋπολογισμός να είναι ελλειμματικός θα πρέπει οπωσδήποτε να αποκτήσουμε, επιπρόσθετα, τον πλήρη έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των υπαρκτών καταθέσεων.
Παραγωγικός μετασχηματισμός της οικονομίας έτσι ώστε μακροπρόθεσμα να βελτιωθεί σημαντικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Στο βραχυπρόθεσμό ορίζοντα οι απαραίτητες εισαγωγές θα πληρώνονται από τις εξαγωγές. Για να λειτουργούν οι εξαγωγές ως χρηματοδότες των εισαγωγών θα πρέπει να ελέγχονται οι χρηματοροές και να αποφευχθεί ο κίνδυνος οι ιδιωτικές εξαγωγικές επιχειρήσεις να ανοίγουν τραπεζικούς λογαριασμούς σε ξένα τραπεζικά ιδρύματα και να πληρώνονται μεσω αυτών. Θα πρέπει να οργανωθούν μεγάλοι δημόσιοι εισαγωγικοί και εξαγωγικοί φορείς που θα παρακολουθούν τις εισαγωγές και εξαγωγές αλλά και θα λειτουργούν ως εξειδικευμένοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί ελέγχου των χρηματορροών αυτών και των συστημάτων πληρωμής.
Δημόσιο πιστωτικό σύστημα με χρήση του ευρώ (για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που θα προσδιορίσουμε παρακάτω) αλλά με έξοδο από το ευρωσύστημα και την επιτήρηση της ΕΚΤ, την ευρωπαική τραπεζική ένωση και καθορισμός ανεξάρτητης πιστωτικής πολιτικής – αλλαγή της δομής του εξαιρετικά συγκεντρωμένου τραπεζικού τομέα. Οι υπάρχουσες καταθέσεις σε ευρώ θα χρησιμοποιηθούν α) για ρύθμιση του cash flow των κρατικών δαπανών, β) για συγκεκριμένη πιστωτική επέκταση χρηματοδότησης των τομεακών και κλαδικών επιλογών του παραγωγικού μετασχηματισμου, γ) ως τα απαραίτητα συναλλαγματικά διαθέσιμα για άκρως απαραίτητες εισαγωγές πέραν αυτών που θα χρηματοδοτεί ο εξαγωγικός τομέας, δ) μεταφορά των capital controls από τις αναλήψεις μετρητών στις πληρωμές των απαραίτητων εισαγωγών. Απαιτείται δηλαδή μια λεπτομερής εξειδίκευση των capital controls στις απαραίτητες εισαγωγές.
Να γίνει στο σημείο αυτό μια απαραίτητη διευκρίνηση.  Η μετάβαση στο νέο νόμισμα δεν μπορεί να γίνει άμεσα χωρίς να οργανωθεί και να εφαρμοστεί πρώτα μια συγκεκριμένη πολιτική ελέγχου των βασικών χρηματοροών, μια πολιτική προετοιμασίας των βασικών προϋποθέσεων νομισματικής κυριαρχίας καθώς και τα πρώτα βήματα παραγωγικού μετασχηματισμού. Αν αμέσως εκδωθεί νέο νόμισμα τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αυτό να μην έχει καμμία αξία και η έλλειψη συναλλαγματικών διαθεσίμων να επικαθορίσει αρνητικά τα πρώτα πολύ κρίσιμα βήματα.
ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ - ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ
Σύμφωνα με τα πρώτα συμπερασματα μας το πρόβλημα με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι η τοποθέτηση κεφαλαίων στα «ρηχά» σημεία της αλυσίδας της προστιθέμενης αξίας με υψηλά περιθώρια κέρδους και όχι οι μη ανταγωνιστικοί μισθοί. Με λίγα λόγια, όταν το παραγωγικό αυτό σύστημα αναπτύσσεται με θετικούς ρυθμούς αυξάνεται και το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών.
Περιττό να πούμε ότι μια τέτοια δομή παραγωγικού συστήματος δεν βοηθά καθόλου και στην υπόθεση της ρήξης με την ΕΕ και τις πολιτικές λιτότητας, ούτε βέβαια στη επίτευξη ικανοποιητικού ρυθμού ελέγχου των ροών χρήματος. Άρα είναι εντελώς απαραίτητο ο παραγωγικός μετασχηματισμός, στο βραχυμεσοπρόθεσμο διάστημα να περιλαμβάνει στις στοχεύσεις του τη μετακίνηση προς τους τομείς εκείνους της παραγωγικής δραστηριότητας που υποκαθιστούν εισαγωγές. Στο μακροπρόθεσμο διάστημα ο παραγωγικός μετασχηματισμός θα πρέπει να στοχεύσει στις αλυσίδες αξίας (ευρύτερα σύνολα κλάδων) και όχι απλά σε μεμονωμένους κλάδους και με στόχο όχι την ανάπτυξη των λεγόμενων συγκριτικών πλεονεκτημάτων του είδη παραγώμενου μείγματος προϊόντων αλλά την αύξηση του αριθμού των παραγώμενων προιόντων. Πρέπει να προστεθούν νέες παραγωγικές δραστηριότητες, με νέα προϊόντα και όχι απλά να βελτιώσουμε τις συνθήκες παραγωγής των είδη παραγώμενων προϊόντων.
Ο παραγωγικός μετασχηματισμός απαιτεί μετακίνηση από το μοντέλο ανάπτυξης, αλά Solow, που στηρίζεται στην έννοια της λεγόμενης TFP (Total Factor Productivity) στο μοντέλο της ανάπτυξης α) των ενδιάμεσων προϊόντων – εμβάθυνση της αλυσίδας αξίας, β) αύξησης του κατα κεφαλήν επενδυμένου κεφαλαίου και γ) της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας.  
Για να οδηγηθούμε όμως σε αυτόν τον παραγωγικό μετασχηματισμό θα πρέπει να οργανωθεί και ένας αντίστοιχος μηχανισμός μετάβασης στη νέα κατάσταση. Ο μηχανισμός μετάβασης θα πρέπει να είναι ένας μηχανισμός μετακίνησης χρηματικών πόρων, παραγωγικών κεφαλαίων, γνώσης και φυσικά εργαζομένων ή επανακαταρτιζόμενων ανέργων στις νέες αλυσίδες αξίας που θέλουμε να αναπτύξουμε.
Ο μηχανισμός μετάβασης θα περιλαμβάνει από φορολογικά κίνητρα μέχρι και νέες στοχευμένες πιστωτικές πολιτικές, από τη διευθέτηση  του μηχανισμού επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης μέχρι και την αναβάθμιση δημόσιων αναπτυξιακών θεσμών, από την εξείδίκευση των capital controls μέχρι και την οργάνωση της δομής των τοπικών – συνεταιριστικών τραπεζών και πολλά αλλά. Αλλά σημασία εδώ έχει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Οι πρώτες προσπάθειες ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας θα πρέπει να είναι ο άξονας αυτού του μηχανισμού μετάβασης στο νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα. Όσο πιο αποτελεσματικός είναι ο μηχανισμός μετάβασης, τόσο θα αύξανεται και η νομισματική κυριαρχία. Η νομισματική κυριαρχία είναι η αιτία και το αποτέλεσμα αυτού του μηχανισμού μετάβασης. Όμως αιτία και αποτέλεσμα του μηχανισμού μετάβασης είναι και το ζήτημα των παραγωγικών σχέσεων αλλά και το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής ισχύος.
ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ – ΑΝΕΡΓΙΑ
Να ξεκαθαρίσουμε ότι η μείωση της ανεργίας είναι στόχος και του παραγωγικού μετασχηματισμού που επιδιώκουν οι δυνάμεις του κεφαλαίου. Μόνο που αυτός ο συγκεκριμένος παραγωγικός μετασχηματισμός του κεφαλαίου επιθυμεί την καταστροφή μιας θέσης πλήρους εργασίας και την επαναδημιουργία μια θέσης επισφαλούς εργασίας, την καταστροφή μιας θέσης καλά αμειβόμενης εργασίας και τη δημιουργία μιας θέσης χαμηλά αμειβόμενης εργασίας, επιδιώκει επίσης τη λύση ενός εργασιακού συμβολαίου που αναγνωρίζει πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα και την υπογραφή ενός νέου συμβολαίου που αναγνωρίζει πλήρως τα εργοδοτικά «δικαιώματα».
Στο πλαίσιο του παραπανω μοντέλου ανάπτυξης, οι νέες θέσεις εργασίας λοιπόν, αν είναι να αυξήσουν την απασχόληση και να μειώσουν την ανεργία θα πρέπει να το κάνουν χωρίς να θίξουν την πρωτοκαθεδρία του κεφαλαίου στις κεντρικές οικονομικές πολιτικές και χωρίς να αμφισβητήσουν το διευθυντικό δικαίωμα της αστικής τάξης στο επίπεδο της επιχείρησης.
Αντίστοιχα, όταν η αριστερά μιλάει για μείωση της ανεργίας δεν θα πρέπει να μιλά για την οποιαδήποτε μείωση αλλά για μια μείωση με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αυξάνουν την πολιτική δύναμη του κόσμου της εργασίας. Να θέσω λοιπόν τρείς πολύ σημαντικές σχέσεις:
Ανεργία – Παραγωγικός μετασχηματισμός. Θα πρέπει η πολιτική και η οικονομική σκέψη να φύγει από την κλασική σχέση: Ενίσχυση των κλάδων εντάσεως εργασίας – μείωση της ανεργίας. Δεν υπήρξε ποτέ τέτοιου είδους σχέση. Δεν μειώθηκαν οι θέσεις εργασίας στον αγροτικό τομέα επειδή υπήρξε μετακίνηση από μια δραστηριότητα εντάσεως εργασίας προς θέσεις στη μεταποίηση και σε δραστηριότητες εντάσεως κεφαλαίου. Αντίθετα, αν γίνει μια πιο συγκεκριμένη μελέτη θα διαπιστωθεί ότι αυξήθηκαν οι θέσεις εργασίας εντός μιας αλυσίδας αξίας που περιλαμβάνει τον αγροτικό τομέα, την μεταποίηση αγροτικών προϊόντων, τις υπηρεσίες που υποβοηθούν την κυκλοφορία των αγροτικών προϊόντων και τις υπηρεσιες αναψυχής ή υπαίθρου. Νέες θέσεις εργασίας θα προκύψουν σε νέες αλυσιδες αξίας ή σε παλιές που θα εμπλουτιστούν με νέους «κρίκους».
Ανεργία – πληθωρισμός – καμπύλη Phillips: Πρόσφατες οικονομετρικές μελέτες δείχνουν ότι η καμπύλή Phillips είναι οριζόντια και όχι κάθετη όπως τη δεκαετία του 70 και 80. Η καμπύλη Phillips και το φυσικό ποσοστό ανεργίας ήταν πάντοτε όπλα της νεοφιλελευθερης σκέψης. Η κάθετη καμπύλη Phillips σήμαινε πως η πολιτική αύξησης των μισθών και η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική δεν μειώνει την ανεργία αλλά αυξάνει το επίπεδο των τιμών. Η σημερινή κλίση της καμπύλης Phillips αντίθετα δείχνει ότι η σχέση ανεργίας – πληθωρισμού έχει αποσυνδεθεί και αυτό για συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους όταν αυξάνεται η απασχόληση δεν αυξάνονται οι μισθοί (αύξηση της επισφάλειας) ή γιατί οι μισθοί αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό από ότι το γενικό επίπεδο τιμών. Η καμπύλη Phillips σήμερα είναι οριζόντια για πολύ συγκεκριμένους λόγους φτωχοποίησης των εργαζόμενων τάξεων.
Ανεργία – Μισθός και εφεδρικός στρατός. Λόγω της μακροχρόνιας ανεργίας που απαξιώνει πλήρως τις εργασιακές δεξιότητες, οι μισθοί πιέζονται προς τα κάτω από τον ανταγωνισμό της μερικής απασχόλησης (μερική ανεργία) και όχι από την μακροχρόνια ανεργία. Ο οποιοσδήποτε εργοδότης δεν θέλει να προσλάβει έναν μακροχρόνια άνεργο γιατί εκτιμά ότι έχει χάσει πλήρως τις δεξιότητες του, ενώ ο μερικά απασχολούμενος, ο επισφαλής εργαζόμενος είναι η ιδανική πρόσληψη για αυτόν. Αυτό μας λέει ότι η επισφάλεια λειτουργεί διαρθρωτικά μαζί με την εσωτερική υποτίμηση στο επίπεδο της επιχείρησης. Αν θέλουμε να καταπολεμήσουμε την ανεργία δεν αρκεί μια τομεακή πολιτική. Θα πρέπει να χτυπήσουμε την επισφάλεια. Διαφορες μορφές «κοινωφελούς εργασίας», που είναι της μοδας, αυτό ακριβώς κάνουν. Απορυθμίζουν την αγορά εργασίας εισάγοντας έναν επιβιωτισμό. Στο σημείο  αυτό να πούμε πως δεν αρκεί μια πολιτική ανάπτυξης της λεγόμενης «κοινωνικής οικονομίας» στις νέες αλυσίδες αξίας, εαν δεν χτυπηθεί παράλληλα και η επισφάλεια. Η αριστερά δείχνει να ξεχνά ότι χωρίς την αντιμετώπιση της επισφάλειας δεν μπορεί να αναπτυχθεί η κοινωνική οικονομία με δυναμισμό.
Με αυτές τις τρεις σχέσεις που ανέπτυξα συνοπτικά θα ήθελα να τελειώσω αποτυπώντας τη σχέση της νομισματικής κυριαρχίας με τις παραγωγικές σχέσεις και τα ζητήματα της ανεργίας.
Χρειάζεται κάποιο αρχικό επίπεδο νομισματικής κυριαρχίας για να μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε πολιτικές μείωσης της ανεργίας και μάλιστα πολιτικές συγκεκριμένης μείωσης της ανεργίας με αύξηση της πολιτικής και κοινωνικής δύναμης της εργασίας. Ο επανέλεγχος των βασικών χρηματοροών θα μας προμηθεύσει αυτόν τον αρχικό βαθμό της νομισματικής κυριαρχίας. Από κει και ύστερα η παράλληλη αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων και η μείωση της ανεργίας θα δώσει την κατεύθυνση που πρέπει να έχουν αυτές οι νέες χρηματοροές έτσι ώστε όλο το κύκλωμα να είναι βιώσιμο.  Και θα τελειώσω περιγράφοντας συνοπτικά ποιο θα πρέπει να είναι το περιεχόμενο της έννοιας της βιωσιμότητας για την αριστερά και τις δυνάμεις της κοινωνικής απελευθέρωσης.
Βιώσιμη είναι μια αναπτυξιακή στρατηγική, παραγωγικού και κοινωνικού μετασχηματισμού, όπου μεριμνά για την καθημερινή διατήρηση και αναπαραγωγή της αρχικής μετατόπισης κοινωνικής δύναμης που επιτεύχθηκε. Βιωσιμότητα αποκαλούμε τη διάρκεια των αποτελεσμάτων της πολιτικής μας.

Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου