Οργισμένη ήταν η απάντηση του προέδρου της ένωσης Ελλήνων εφοπλιστών κ. Θ. Βενιάμη, κατά του Σοιμπλε ο οποίος ζήτησε να φορολογηθεί το εφοπλιστικό κεφάλαιο στην Ελλάδα.
Η ανακοίνωση του κ. Βενιάμη. 
«Απορία δημιούργησε στην ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα η αδικαιολόγητη πρόσφατη επίθεση του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών κ. Σόιμπλε κατά της χώρας μας με αιχμή του δόρατος τον ελληνικό εφοπλισμό.
Ο κ. Σόιμπλε, αγνοώντας με εμμονή το ιδιαίτερα ευνοϊκό καθεστώς που διέπει τη γερμανική ναυτιλία, στρέφεται με τις δηλώσεις του εναντίον της ελληνικής ναυτιλίας που τυχαίνει όμως να εκπροσωπεί και το 50% της κοινοτικής, μια πρωτιά που μάλλον ενοχλεί.
Σε μία περίοδο που η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να προασπίσει, αλλά και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ναυτιλίας της έναντι του σκληρού ανταγωνισμού από ναυτιλιακά κέντρα εκτός Ευρώπης, οι επικρίσεις του κ. Σόιμπλε είναι προκλητικά αβάσιμες.
Δημιουργείται επίσης το ερώτημα μήπως η αποτυχία της γερμανικής ναυτιλιακής πολιτικής, που παρόλες τις ευνοϊκές ρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα (πλοιοκτησία, διαχείριση, φυσικό πρόσωπο), δεν κατάφερε να στηρίξει τη ναυτιλία της, είναι το κίνητρο που υποκινεί τον Υπουργό στις δηλώσεις αυτές.
Αν στόχος των δηλώσεών του είναι να τορπιλίσει τους στενούς δεσμούς της ελληνικής ναυτιλίας με τον τόπο της, αποδεικνύεται ότι δεν επιθυμεί να δει την Ελλάδα σε αναπτυξιακή πορεία.
Προς γνώση του κ. Σόιμπλε, η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα σύσσωμη ανταποκρίθηκε στην ανάγκη για ενίσχυση των εσόδων της εθνικής οικονομίας, αποφασίζοντας εδώ και τέσσερα χρόνια σε εθελοντική βάση, τον διπλασιασμό της φορολογικής της υποχρέωσης, αν και αυτή απολαμβάνει ιστορικά συνταγματικής προστασίας, μια πρωτοβουλία που αποδεικνύει έμπρακτα την ενότητα αλλά και την συνέπειά της απέναντι στον τόπο της».
Σημειώνεται ότι και κατά το παρελθόν ο κ. Σόιμπλε, έχει επανειλημμένα ζητήσει από την Ελλάδα να φορολογήσει τους εφοπλιστές, ώστε να μην έχει ανάγκη επιπλέον δανεισμό.
Ωστόσο–όπως αναφέρουν εφοπλιστικοί κύκλοι – πίσω από τις δηλώσεις Σόιμπλε βρίσκεται το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του στόλου που προσπάθησε να «χτίσει» η Γερμανία αγοράστηκε από Έλληνες εφοπλιστές. «Κι αυτό, παρ’ όλο που η Γερμανία έχει δημιουργήσει το καλύτερο φορολογικό πλαίσιο στην Ευρώπη για τη ναυτιλία», επισημαίνουν οι ίδιοι κύκλοι.
Παράλληλα, όμως, επισημαίνουν ότι ο κ. Σόιμπλε κάνει λάθος στην κριτική του, γιατί η ελληνική ναυτιλία αποτελεί τμήμα της ευρωπαϊκής και εάν στραφεί σε άλλες χώρες εκτός Ευρώπης, η απώλεια θα είναι σημαντική.
Επομένως, η ελληνόκτητη ναυτιλία, ως εθνικό κεφάλαιο, πρέπει να παραμείνει στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να μη στερηθεί η Ελλάδα και η Ευρώπη τον παραγωγικό αυτό πυλώνα και τα συνακόλουθα οφέλη του, ιδιαίτερα στην κρίσιμη οικονομική συγκυρία που διανύουμε.
Πριν λίγους μήνες μάλιστα ο υπουργός Μεταφορών της Γερμανίας, Αλεξάντερ Ντομπρίντ, μιλώντας στο ετήσιο δείπνο της ένωσης Γερμανών εφοπλιστών Verband Deutscher Reeder, δεσμεύτηκε για τη χορήγηση στους Γερμανούς εφοπλιστές κρατικής στήριξης σε θέματα επανδρώσεων και ασφαλιστικών εισφορών .
Ο Ντομπρίντ διαβεβαίωσε τα μέλη της Ένωσης Γερμανών Εφοπλιστών πως το Βερολίνο θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής πλοιοκτησίας. Οι αναφορές αυτές ακολούθησαν τις υποσχέσεις της Γερμανίδας καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ στη Verband Deutscher Reeder για κίνητρα προσέλκυσης πλοίων στη γερμανική σημαία.
Κύκλοι της ελληνόκτητης ποντοπόρου ναυτιλίας αποδίδουν τις δηλώσεις Σόιμπλε σε πιέσεις ανταγωνιστικών ευρωπαϊκών ναυτιλιακών συμφερόντων. Και αυτό παρά το γεγονός πως σύμφωνα με τη μονάδα φορολογικών υπηρεσιών της Deloitte, ο ελληνικός φόρος χωρητικότητας (που επιβάλλεται επί του tonnage του στόλου) εκτιμάται πως είναι τρεις φορές μεγαλύτερος από τον δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε. και δέκα φορές μεγαλύτερος από αυτόν της Μάλτας.
Μάλιστα, ο ίδιος συμβουλευτικός οίκος υπολογίζει πως ένας Ελληνας πλοιοκτήτης καταβάλλει φόρο 66.770 ευρώ για ένα δεξαμενόπλοιο χωρητικότητας 51.000 τόνων (dwt) και 68.328 ευρώ για ένα φορτηγό 58.000 dwt, τη στιγμή που για πανομοιότυπα πλοία ένας Γερμανός εφοπλιστής καταβάλλει 22.037 ευρώ και 23.850 ευρώ, αντίστοιχα.
Παρά ταύτα και σε αντίθεση με την ελληνόκτητο ναυτιλία, η οποία συνεχίζει να μεγεθύνεται και να εκσυγχρονίζεται, η γερμανική συρρικνώνεται: η ένωση Γερμανών εφοπλιστών ανακοίνωσε πέρυσι πως ο γερμανικός εμπορικός στόλος μειώθηκε για τρίτη χρονιά στα 3.122 πλοία.
Αυτό ισοδυναμεί με μείωση 17% από τα υψηλά του το 2012. Μόνον το 2015 μειώθηκε κατά 117 πλοία. Συνολικά φέτος πουλήθηκαν 182 πλοία συμπεριλαμβανομένων 68 πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, τύπος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του γερμανικού στόλου. Πολλά από αυτά πωλήθηκαν σε Ελληνες.
«Κάθε πλοίο που πωλείται σε ξένη χώρα ανταγωνίζεται πλέον τον γερμανικό στόλο» δήλωσε ο πρόεδρος της ένωσης Γερμανών εφοπλιστών, Αλφρεντ Χάρντμαν, σε μια «ελάχιστα συγκεκαλυμμένη έκκληση για πολιτικές προστατευτισμού», σημειώνουν οικονομικοί παρατηρητές.
Η ευρωπαϊκή ναυτιλία αποτελεί το 43% της παγκόσμιας ναυτιλίας, ενώ η Ελλάδα κατέχει το 47% της ευρωπαϊκής.
Εφοπλιστικοί κύκλοι πιστεύουν ότι παρά τα όσα λέει ο κ. Σόιμπλε, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα πέσει στην παγίδα να έρθει αντιμέτωπη με την ελληνική ναυτιλία, γιατί τότε η χώρα θα κινδυνεύσει να χάσει τον πρώτο παραγωγικό πυλώνα της προς όφελος άλλων κρατών με ανταγωνιστική ναυτιλία.
Η ελληνική ναυτιλία είναι ο μοναδικός τομέας της οικονομίας μας που δεν έχει κανένα «άνοιγμα» ούτε «κόκκινα» δάνεια προς τις ελληνικές τράπεζες.
Το μεγαλύτερο μέρος χρηματοδότησής της το αντλεί από τράπεζες του εξωτερικού, ενώ όσα δάνεια έχουν ληφθεί από ελληνικές τράπεζες, όπως πιστοποιούν οι ίδιες, αποπληρώνονται κανονικά. Αντίθετα, οι γερμανικές τράπεζες μόνο το 2004 είχαν χορηγήσει προς τους πλοιοκτήτες της χώρας τους πάνω από 100 δισεκατομμύρια ευρώ.
Σημειώνεται εξάλλου ότι το φορολογικό πλαίσιο που διέπει την ελληνική ναυτιλία είναι κατοχυρωμένο σε βασικές διατάξεις του συντάγματος του 1975 ενώ αποτελεί απόδειξη της αναγνώρισης από την πολιτεία της σημασίας που είχε ο τομέας αυτός διαχρονικά στους παραγωγικούς πυλώνες της εθνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με μελέτες του Boston Consulting Group (BCG) και του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) (2013), η ελληνική ναυτιλία συνεισφέρει άνω του 7% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) στη χώρα μας, παρέχει απασχόληση σε 200.000 άτομα και καλύπτει άνω του 30% του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.
Είναι επίσης σημαντικό το γεγονός ότι η ελληνική ναυτιλία δεν ήταν ποτέ μέρος της κρίσης χρέους του ελληνικού κράτους.
Αντίθετα, η συνεπής συμβολή της ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία και στο ισοζύγιο πληρωμών κατά τα τελευταία 35 χρόνια υπήρξε ουσιαστική και αναντικατάστατη ιδιαίτερα μετά τον επαναπατρισμό των ελληνικών ναυτιλιακών εταιρειών που άρχισε στη δεκαετία του 1980. Παρά το εξαιρετικά δυσμενές οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα και παγκοσμίως, η ελληνική ναυτιλία διατήρησε την ηγετική της θέση.
Η ελληνόκτητη ναυτιλία παραμένει στην πρώτη θέση διεθνώς . Ο στόλος ανέρχεται σε 4.585 πλοία (πλοία άνω των 1.000 gt), χωρητικότητας 341,17 εκατομμυρίων τόνων deadweight (dwt) –αύξηση περίπου 22% σε σχέση με το προηγούμενο έτος– που αντιπροσωπεύει το 19,63% του παγκόσμιου στόλου σε dwt και το 49,96% του στόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).
Επίσης η ελληνόκτητη ναυτιλία κατέχει τον μεγαλύτερο «cross-trading» στόλο στον κόσμο, καθώς το 98,5% της υπό ελληνική πλοιοκτησία χωρητικότητας μεταφέρει φορτία μεταξύ τρίτων χωρών προσφέροντας, ως εκ τούτου, μία απαραίτητη υπηρεσία παγκοσμίως.
Ο ελληνόκτητος στόλος έχει υψηλή ανταπόκριση στις μεταβολές των εμπορικών ροών, όπως η άνοδος της ασιατικής ζήτησης, ενώ η σημασία του για την Ευρώπη είναι διττή: σε σχέση με την εξασφάλιση των εισαγωγικών / εξαγωγικών αναγκών της ΕΕ και την ενίσχυση του ναυτιλιακού πλέγματος δραστηριοτήτων της.
Η μεγαλύτερη ναυτιλιακή ζώνη «πλοιοκτησίας» στον κόσμο βρίσκεται στο πλέγμα Αθήνας / Πειραιά, που συνδέεται στενά με την εθνική ιδιοκτησιακή βάση της, σε αντίθεση με παρεμφερείς πλοιοκτητικές ζώνες, όπως η Σιγκαπούρη και το Λονδίνο, που προσελκύουν μία πλοιοκτητική βάση προερχόμενη από την υφήλιο.


Δημοσίευση σχολίου