Ένας άτυπος τραπεζικός εμφύλιος εξελίσσεται στην Ευρωζώνη, την ώρα που η συζήτηση θα έπρεπε να εστιάζεται στο πως θα ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατό η τραπεζική ένωση. Στη μία πλευρά της διελκυστίνδας βρίσκονται οι χώρες των οποίων οι τράπεζες έχουν πρόβλημα με τα «κόκκινα» δάνεια και στην άλλη οι τράπεζες με πολύπλοκα χρηματοοικονομικά εργαλεία.


Είναι κάτι σαν κοινό μυστικό στην Ευρώπη πως η όλη συζήτηση για τα «κόκκινα» δάνεια γίνεται κυρίως για τις ιταλικές τράπεζες. Αυτές είναι που διαθέτουν τον μεγαλύτερο όγκο προβληματικών δανείων, ο οποίος αν δεν περιοριστεί γρήγορα, απειλεί την Ευρώπη με μία κρατική διάσωση πολύ πιο «βαριά» από την ελληνική.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι μεγαλύτερες αντιδράσεις μετά την απόφαση του Mario Draghi να παρουσιάσει ένα πιο αυστηρό καθεστώς προβλέψεων για τα «κόκκινα» δάνεια, προήλθαν από την Ιταλία. Την περασμένη Πέμπτη, λοιπόν, η Bank of Italy πέρασε στην αντεπίθεση δίνοντας στη δημοσιότητα μία έκθεση που θα μπορούσε να έχει τίτλο: «Κόκκινα» δάνεια εμείς; «Μη ρευστοποιήσιμους» τίτλους εσείς.
Σύμφωνα με τη μελέτη, εκτός από το δεδομένα σοβαρό πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), υπάρχει και ένα άλλο, εξίσου σημαντικό πρόβλημα στην Ευρώπη, αυτό των «μη ρευστοποιήσιμων» στοιχείων (illiquid assets) που βρίσκονται στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Η Κεντρική Τράπεζα της Ιταλίας εκτιμά ότι τα μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία (σε ενεργητικό και παθητικό) στα βιβλία των τραπεζών της Ευρωζώνης διαμορφώνονται σε 6,8 τρισ. ευρώ! Αναλυτές εκτιμούν ότι η Bank of Italy προσπαθεί να στρέψει τους προβολείς στις τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας, τονίζοντας ότι το πρόβλημα είναι τουλάχιστον ίδιας βαρύτητας με αυτό των NPLs.
Tο θέμα λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις καθώς όπως επισημαίνεται στην έκθεση, περίπου το 74% των μη ρευστοποιήσιμων στοιχείων βρίσκεται στα βιβλία Γερμανικών και Ιταλικών τραπεζών. Πιο αναλυτικά, οι γαλλικές τράπεζες υπολογίζεται ότι κατέχουν περίπου το 30% των εν λόγω τίτλων, κάπου στα 2 τρισ. ευρώ, και οι γερμανικές τράπεζες περίπου το 45%, δηλαδή κοντά στα 3 τρισ. ευρώ. Συνολικά, γερμανικές και γαλλικές τράπεζες διαθέτουν 5 δισ. ευρώ στοιχείων δεύτερης (L2) και τρίτης (L3) κατηγορίας. Σημειώνεται ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν από τα χαμηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη.
Τι είναι τα L2 και L3
Για τα στοιχεία ισολογισμού πρώτης κατηγορίας (L1) οι τράπεζες χρησιμοποιούν τις τιμές της αγοράς για να τα αποτιμήσουν στα βιβλία τους, ενώ στα δεύτερης (L2) και τρίτης (L3) κατηγορίας, λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως ο πιστωτικός κίνδυνος, ο κίνδυνος ρευστότητας, το χρηματοδοτικό κόστος των μη καλυμμένων παραγώγων. Επίσης συνυπολογίζονται διοικητικά και λειτουργικά κόστη ή risk premiums που σχετίζονται με την πολυπλοκότητα των εργαλείων. Αυτό σημαίνει ότι υπόκεινται σε κινδύνους πολύ μεγαλύτερους από τις τρέχουσες τιμές στην αγορά.
Η κεντρική τράπεζα της Ιταλίας χαρακτηρίζει πολύ σημαντικές τις προσπάθειες που έχουν γίνει από πλευράς SSM και αξιοσημείωτη την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην αντιμετώπιση του φαινομένου των «κόκκινων» δανείων. Υποστηρίζει, παράλληλα, ότι τα NPLs έχουν κοινά χαρακτηριστικά με τα εργαλεία δεύτερης (L2) και τρίτης (L3) κατηγορίας: Είναι σε μεγάλο βαθμό ανομοιογενή, ενώ πολλά από αυτά είναι αδιαφανή και μη ρευστοποιήσιμα. Επίσης, δεν υπάρχει μία αποτελεσματική δευτερογενής αγορά με αποτέλεσμα να υπόκεινται σε κίνδυνο μείωσης της αξίας τους.
«Ο συνολικός όγκος σε ενεργητικό και παθητικό των εργαλείων L2 και L3 εκτιμάται στα 6,8 τρισ. ευρώ, δηλαδή τουλάχιστον 12 φορές μεγαλύτερος από τα NPLs», σημειώνει η Bank of Italy. Τέλος, η τράπεζα ζητάει τον αυστηρό έλεγχο των, σύνθετων όπως τα χαρακτηρίζει χρηματοοικονομικών προϊόντων.

Κ. Μαριόλης


 liberal.gr

Δημοσίευση σχολίου