....όλοι βγήκαμε απ' το παλτό του Γκόγκολ
Φ.Μ.ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ ]1α]

.....κι εγώ δεν καταλάβαινα καν τη γλώσσα του
YOKO OGAWA [1β]


1.
.....ευχάριστες στιγμές πριν το μάτι συνηθίσει το σκοτάδι στο ίδιο σημείο βρίσκομαι πάντα πάντα βρισκόμουν εκεί στην ομίχλη σαν να μην υπήρξε η αβίαστη σιωπή ή ο πρώτος χτύπος του ρολογιού ηχεί ανέκκλητος μετρημένος η θέση του φεγγαριού άλλωστε δικαιολογούσε επιχρύσωνα την ανημποριά μου σημαδεύοντας κάθε λεπτομέρεια του Λαβύρινθου η γυναίκα κουβαλούσε το υγρό χρώμα της νύχτας όπως τρέμει κάποιος όταν έχει κάνει το έγκλημα θα είμαι δίπλα σου σαν να μην υπάρχω με το βιβλίο κλεισμένο και μπορεί τα μάτια σφαλιστά δεν αντέχεις να αντέξεις τη σκέψη πώς μια μέρα αυτό δεν θα σε πληγώνει όσο νομίζεις η μοναξιά μετά παραμόνευε για να φοβίσει εδώ θα περάσουμε τη νύχτα αποστηθίζω το λίγο φως που χρειάζεται να υπερβεί τα όρια του κλειστού κατέβηκα όσο η ζεστασιά κρατούσε μακριά το χειμώνα η πολυθρόνα αν πιστέψουμε τα λόγια του ιδιοκτήτη ήταν η μοναδική κληρονομιά που μάς άφηνε η αναχώρησή του για μια φορά τουλάχιστο είμαι κι εγώ στην ώρα μου το νερό ανέβαινε ανέβαινε στις γερμένες πλάτες παίρνοντας την παλάμη του χεριού στο δεξί μου χέρι και τον ώμο στο αριστερό όχι ιδιαίτερα κομψή στάση για μένα Στοπ λοιπόν κατέβηκα στην κουζίνα δεν περίμενα να βρω εκεί την Αριάδνη Στοπ Ήταν o άνεμος που σκορπίζει και μαδάει τα δάχτυλα ή τις μοιρολατρείες των σκυλιών πότε ξανάρχεσαι επειδή ακούστηκε το δυνατό φτεροκόπημα απ' τα πουλιά Θα ειδοποιήσω Καταχωνιάζω το σακάκι όπως σκεπτόμαστε το μέλλον το χαμόγελο διαπέρασε το στήθος σαν αστραπή ακουμπούσε τα χέρια στο τραπέζι δυο σταγόνες νερό με ολόιδια ρούχα 
αυτό ήταν όμορφο πιο όμορφο από ο,τιδήποτε το πρόσωπό μου εξαφανίστηκε και μαζί το δικό της σηκώθηκα ακολούθησα μια μαύρη ουλή στο γρασίδι ακίνητος εκείνη αφοσιώθηκε κοντά του η λάμπα έκαιγε μέρα νύχτα στα πόδια απ' το ξύλινο εικονοστάσι κρεμασμένη στον τοίχο άφηνε την πόρτα ανοιχτή ν' ακούει κάθε  κρότο του σπιτιού και του Λαβύρινθου Ίσως αποκοιμήθηκε


2.
......παρ' όλ' αυτά ήταν πάντα ήρεμη και πειθήνια θα χρειαζόταν άλλο καβαλιέρο ποτέ δεν ωριμάζουν ούτε σοβαρεύονται σ' όλη τη ζωή ταΐζουν μια επιθυμία για τον θάνατο ή παίζουν με τον εαυτό τους και τον κόσμο στα σεπαρέ της πόλης που ζούνε σύρθηκε χλωμή μέχρι το δωμάτιο Καρολίνα Ιβάνοβνα [2] επανέλαβε δυο φορές το Παλτό ύστερα πέρασε στο σκοτεινό προαύλιο τα στήθη της ήταν κολλημένα πάνω του μια παρατεταμένη ζεστασιά άγρια και άγουρη σα να είχε ναρκωθεί με τη μυρωδιά βενζίνης που σε αρρωσταίνει ή το χαμόγελο των μεγάλων όταν μετέχουν κακόγουστα σε παιδικά παιχνίδια χρειάστηκαν αστυνομικοί για να κάνουν καλά έναν μονάχα στη γέφυρα Ομπούκωφ θα μπορούσε να δει τώρα το κενό τα χέρια μπορούν να βλέπουν σύντροφοι εγώ λέω να γυρίσουμε όσο οι δρόμοι και οι πλατείες είναι έρημοι από τα βήματα των μελαγχολικών γενεών το Παλτό κρατούσε το χέρι της όπως η Ράβδος του Μωυσέως σκοτάδια ύστερα γεμάτα με ύπνο για ν' αρχίσει η Έξοδος έρριψεν αυτήν επί της γης και εγένετο όφις η φωτιά δε μπορούσε να φτάσει το αντιφέγγισμα μη σάς νοιάζει ποιος είμαι είπε απόκοσμα και φάνηκε ακόμα τρομακτικότερος ο στρόβιλος έσβηνε μέσα στο ρεύμα και τότε η κίνηση του νερού έμοιαζε σε φωτιά το Παλτό έπιασε με τον όγκο του την είσοδο του Λαβυρίνθου
δε νομίζω να πεθάνει κανείς σας από εντροπία πρόφερε με συγκρατημένη μεταμέλεια κι έσκασε στα γέλια το βράδυ συνάντησα το σύντροφο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς ψάχνω το Παλτό μού λέει την ταπεινή καταγωγή όλων μας είναι Δεκέμβρης αλλά την επόμενη νύχτα τον άκουσα ξανά φώναζε ασυνάρτητα καταπίνοντας τα χάπια δίπλα στο μαξιλάρι χωρίς σταματημό η Καρολίνα Ιβάνοβνα ήταν λίγο γεμάτη στους γοφούς για πρώτη φορά χτύπησε ελαφρά την πόρτα δεν ήταν σίγουρος ποιον θ' αντίκριζε στο άνοιγμά της αισθάνθηκε κι ο ίδιος έπειτα από μερικά λεπτά κάτι σαν μεταμέλεια τα τελευταία του λόγια έμοιαζαν να είχαν ειπωθεί από μια αιώνια φωνή σ' έναν αιώνιο τόπο 


3.
....είχε εγκατασταθεί στη θέση του μ' ένα βαθύ άρωμα πάγου και απόρριψης φαντάστηκα τη βροχή η συνομιλία σταματούσε κάθε τόσο με κοίταζε στο πρόσωπο τότε άδειαζαν τα μάτια των αγαλμάτων άσπρα τυφλά και γαλήνια όποια στιγμή θελήσω εγώ θα με πιστέψει σκέφτηκα κι ένοιωσα τα κύματα από το αίμα όπως στριφογύριζε ο ήλιος ή όπου τα πουλιά ξεθύμαιναν στο είδωλό μου βιάστηκε να φύγει το λευκό φως που χυνόταν από τον πολυέλαιο ξέβαφε τα ερέβη ο τρόπος λειτουργίας των αισθητηρίων μου μέσα στη σπηλιά κουνούσε απειλητικά τα δάχτυλα από μακριά το Παλτό έστριβε συγκεκριμένα την πάροδο Κιριούσκιν αρπάζοντας το φάντασμα από τον γιακά η σταγόνα που έπεσε στον λαιμό μου δεν ήταν ψυχρή ούτε έδινε την αίσθηση του υγρού προσπάθησα να δω το πρόσωπό του στη λακκούβα με το νερό μάλλον μεθυσμένος θα έκανα την απόπειρα να ξεμπερδεύω ένας υπέροχος νεκρός ήχος και να μιλάμε δυνατά μέσα στο δωμάτιο απαγορεύτηκαν ξαφνικά οι ικεσίες για ο,τι είχε σχέση με τα μηνύματα μια άριστη μνήμη προσπάθησα να σταθώ στα πόδια μου σάς παρακαλώ μην ενοχλείστε είμαι σε θέση και μόνος κοίταξα το γυμνό στήθος της κάτασπρο στο μισοσκόταδο μου φάνηκε πως παρακολουθούσε εμένα ο ύπνος μας ήταν μάλλον ελαφρύς υπήρχε το αυτοκίνητο με τη γυναίκα στα κόκκινα εκείνη η απώλεια της εικόνας όπως ένα νεογέννητο σχηματίζοντας τον ανερμήνευτο τεράστιο μύθο άγνωστο ακόμα στο σύμπαν ή εκείνη η τελευταία έκφραση με τα μηδενισμένα χαρακτηριστικά δεν έδειχνε να φοβάται κανείς υπέθετα ότι απ' την πάροδο Κιριούσκιν μπορούσε να βρει η μυημένη ματιά κάποιου άγνωστου την είσοδο στο Λαβύρινθο Ένα κομμάτι τοίχου που υποχωρεί ή κάποια κρυφή αθέατη καταπακτή το πτώμα μιας άγνωστης ή εκείνο το ύποπτο πανδοχείο καταγράφουν σαν μέσα από χρωματιστό γυαλί άπειρα πρόσωπα πρόλαβα να ξεχωρίσω την Αριάδνη ήταν τελικά λίγο γεμάτη στους γοφούς κι ετοιμαζόταν να χτυπήσει την πόρτα μου μεσάνυχτα και κάτι.


ΤΕΛΟΣ




ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1α] Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Ξαναδιαβάζοντας το Παλτό του Νικολάι Γκόγκολ, ΠΗΓΗ : Διαδίκτυο
[1β] Άρωμα πάγου, μτφρ. Παναγιώτη Ευαγγελίδη, Άγρα 2007
[2] γυναικείο πρόσωπο Στο Παλτό [Nikolay Gogol, μτφρ. Ορέστης Ορλώφ, ARS BREVIS παρά πέντε, αχρονολόγητο]

Δημοσίευση σχολίου