Κατά κάποιο τρόπο αισθάνομαι μια κάποια αμηχανία καθώς σας μιλώ, μια που όλη η ελληνική Αριστερά έχει ευθύνη για το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα δεν είναι ένα εργαστήριο ελπίδας αλλά ένας λόγος για απελπισία. Κατά συνέπεια, αυτά που θα σας πω θα πρέπει να θεωρηθούν ως μια μορφή αυτοκριτικής παρά ως μια διακήρυξη. Άλλωστε, θεωρώ και τον εαυτό μου μέρος του προβλήματος...



Και το πρόβλημα είναι ότι στη χώρα όπου το πιο επιθετικό πείραμα νεοφιλελεύθερης «κοινωνικής μηχανικής» συνάντησε την πιο μαζική, σχεδόν εξεγερσιακή ακολουθία αγώνων, όπου η πολιτική κρίση ήταν το κοντινότερο σε μια κρίση ηγεμονίας που είχε δει η Δυτική Ευρώπη από την εποχή της «πτώσης των δικτατοριών», όπου ένα σχετικά μικρό αριστερό κόμμα εκτινάχτηκε στην εξουσία, όπου ένας ανυπότακτος λαός αρνήθηκε τον εκβιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο δημοψήφισμα της 5 Ιούλη, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδεχτεί νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που θα έκαναν ακόμη και τα διαβόητα «Chicago boys» να κοκκινίσουν, από τη μεγάλη ανατροπή στο ασφαλιστικό σύστημα, μέχρις ιδιωτικοποιήσεις και την απελευθέρωση των πλειστηριασμών και των εξώσεων, αφού κέρδισε μια εκλογική μάχη στην οποία η υπόλοιπη Αριστερά δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει την αριστερή εκδοχή του «δεν υπάρχει εναλλακτική» που έδωσε τον τόνο της εκλογικής διαπάλης.
Ήταν, όμως, ένας άλλος δρόμος δυνατός για την Ελλάδα; Ή μήπως πρέπει να παραδεχτούμε ότι μια μικρή χώρα στον Ευρωπαϊκό νότο δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στον εκβιασμό της ΕΕ; Διαφωνώ πλήρως. Η στιγμή του δημοψηφίσματος ήταν η καλύτερη στιγμή για μια επιλογή ρήξης: τέλος των διαπραγματεύσεων, παύση πληρωμών, εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, εκκίνηση της διαδικασίας επιστροφής στο εθνικό νόμισμα ως αφετηρία ευρύτερων μετασχηματισμών. Οι προφανείς αρχικές δυσκολίες, πιθανώς όχι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που αντιμετωπίζουμε τώρα στην Ελλάδα και σίγουρα μικρότερες από αυτές που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε στα χρόνια που θα έρθουν, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την τεράστια πολιτική δυναμική του δημοψηφίσματος, το μεγάλο βαθμό λαϊκής κινητοποίησης και το κύμα διεθνούς αλληλεγγύης. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμιά προετοιμασία από τη μεριά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και να σκεφτούν το ενδεχόμενο μιας τέτοιας στρατηγικής ρήξεων, κάτι που οδήγησε σε μια σειρά από καταστροφικές υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, ακόμη και πριν τις εκλογές του Γενάρη του 2015. Αυτή η απουσία προετοιμασίας για οποιοδήποτε ενδεχόμενο πέραν του συμβιβασμού εντός της Ευρωζώνης, δεν ήταν το αποτέλεσμα έλλειψης χρόνου. Ήταν το αποτέλεσμα μιας συνειδητής επιλογής ότι η ρήξη ήταν αδύνατη, επιλογή που ήρθε ως αποτέλεσμα ενός καταναγκαστικού ευρωπαϊσμού και της προσπάθεια να οικοδομήσουν συμμαχίες με τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης.
Είναι αυτό το τέλος της ιστορίας;
Προτείνω να αντισταθούμε σε αυτό τον πειρασμό. Η οικονομική κρίση και η κρίση του εμφανώς αποτυχημένου σχεδίου για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, με τον αυταρχικό, πειθαρχικό νεοφιλελευθερισμό της, συνεχίζουν να τροφοδοτούν μια κοινωνική κρίση χωρίς προηγούμενο στον Ευρωπαϊκό Νότο. Η πολιτική κρίση, ως απομάκρυνση των υποτελών τάξεων από το κομματικό σύστημα, ως ανικανότητα των καπιταλιστικών τάξεων να αρθρώσουν ένα ηγεμονικό σχέδιο άλλο από τη λογική της «ειδικής οικονομικής ζώνης», ως δυνητική κρίση του κράτους ως αποτέλεσμα της μειωμένης κυριαρχίας που επάγει η ΕΕ, είναι καθοριστική πλευρά της συγκυρίας και η τρέχουσα «στατική ισορροπία» ως αποτέλεσμα της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Σεπτέμβρη κάθε άλλο παρά σταθερή είναι.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να περιμένουμε μαζικές κοινωνικές εκρήξεις ή μια ταχεία κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ ως μια νέα ευκαιρία για τη ριζοσπαστική Αριστερά να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Όντως, ο ΣΥΡΙΖΑ θα γνωρίσει το δικό του «χειμώνα της δυσαρέσκειας». Ωστόσο, ο συνολικός κύκλος της μαζικής κινητοποίησης το 2010-12, μετά της αναμονής μιας εκλογικής διεξόδου, μετά της υπομονής μπροστά στους πρώτους συμβιβασμούς, μετά της συλλογικής ανυπακοής στο δημοψήφισμα, μετά το αίσθημα αποκαρδίωσης και ήττας μετά την συνθηκολόγηση, μετά η επιλογή ανάμεσα στην αποχή και το «μικρότερο κακό» και μετά να το να βλέπουν την κυβέρνηση να επιβάλλει την μία μεταρρύθμιση μετά την άλλη, είχε ένα αποδιαρθρωτικό αποτέλεσμα και έχει οδηγήσει σε μια ολοένα και αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στη δυνατότητα να υπάρξει μια εναλλακτική.
Επομένως, πρέπει να στοχαστούμε πάνω στα ανοιχτά ερωτήματα μπροστά μας και να ανοίξουμε ξανά τη συζήτηση για τη στρατηγική.
Πρώτον, υπήρχε περισσότερη φαντασίωση παρά πραγματικότητα στη σύλληψη της προοδευτικής διακυβέρνησης που θα έβαζε ένα τέλος στη λιτότητα, θα αποκαθιστούσε την ανάπτυξη και μια ήπια αναδιανομή και θα επανέφερε τα δικαιώματα των εργαζομένων, χωρίς να αμφισβητηθεί η ένταξη μιας χώρας σε διαδικασίες καπιταλιστικής διεθνοποίησης και ολοκλήρωσης όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και χωρίς αναμέτρηση με τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις που είναι συνηθισμένες πια στις μισθολογικές περικοπές, στην ευέλικτη εργασία και στο πλιάτσικο απέναντι στο δημόσιο πλούτο. Η ελληνική περίπτωση με τον πιο τραγικό τρόπο αποτυπώνει ότι αυτό είναι αδύνατο μέσα στην ευρωζώνη. Δεν μπορεί να υπάρξει «αλλαγή από τα μέσα» της ΕΕ. Ο ευρωπαϊσμός είναι η βασιλική οδός για την καταστροφή για την Αριστερά.
Ταυτόχρονα, δεν είναι αρκετό απλώς να σκεφτούμε τη δυνατότητα μια προοδευτικής διακυβέρνησης που θα προχωρήσει σε μια παύση πληρωμών, θα βγει από την ευρωζώνη και θα εφαρμόσει μια επιθετική πολιτική αύξησης της δημόσιας δαπάνης. Παρότι αποτελεί μια ανάσα λογικής σε σύγκριση με τις αυταπάτες για την προοδευτική διακυβέρνηση μέσα στην Ευρωζώνη, εντούτοις μπορεί να λειτουργήσει πολύ καλύτερα σε χώρες με ισχυρούς εξαγωγικούς τομείς και ένα άνοιγμα στις παγκόσμιες αγορές, όπως π.χ. συνέβη με την Αργεντινή. Σε χώρες που έχουν υποστεί τη διαβρωτική αναδιάρθρωση και αποβιομηχάνιση που επάγει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, μπορεί να φτάσει σε ένα αδιέξοδο, εκτός και εάν γρήγορα μετασχηματιστεί σε ένα εναλλακτικό αναπτυξιακό υπόδειγμα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση.
Επιπλέον, ακόμη και στα πιο προχωρημένα παραδείγματα ριζοσπαστικής αριστερής διακυβέρνησης στη Λατινική Αμερική έχουμε δει συγκεκριμένα όρια: την εξάρτηση από την εξορυκτική βιομηχανία, την αντιφατική συνύπαρξη της αυξημένης κοινωνικής προστασίας με τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, τις συγκρούσεις που προκαλούνται από την προσπάθεια να ενσωματωθεί στο κράτος το πεδίο των αυτόνομων κινημάτων.
Όμως, μπορεί η «αντι-πολιτική» της εξέγερσης ή ο αποθέωση των «ταραχών» να είναι το αντίδοτο σε όλα αυτά; Από τον Αλαίν Μπαντιού μέχρι τις παρεμβάσεις της «Αόρατης Επιτροπής» έχουμε δει αυτή την έμφαση στην επιστροφή της μαζικής πολιτικής στους δρόμους, στη βίαιη σύγκρουση με την αστυνομία, στην άμεση επανοικειοποίηση των κοινών. Εδώ η στρατηγική, αντικαθίσταται από την επιθυμία να παρατείνουν τη «στιγμή» της μαζικής σύγκρουσης.
Δυστυχώς, η ιστορική εμπειρία δείχνει ταυτόχρονα και την καταλυτική και αναντικατάστατη πλευρά της εξεγερσιακής ακολουθίας και την δυσκολία να ξεκινήσει μια διαδικασία μετασχηματισμού μετά: η μαζική πολιτική αναταραχή μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε κρίση ενός καθεστώτος, αλλά και τότε το ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει.
Ούτε, όμως, δίνει απάντηση ο φαντασιακός «Οκτώβρης» μιας υποτιθέμενα λενινιστικής εξεγερσιακής ακολουθίας που είναι ο ορισμός που πολλές τάσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς προτείνουν για μια επανάσταση για την οποία οι συνθήκες δεν είναι ποτέ αρκούντως ώριμες. Εδώ η στρατηγική αντικαθίσταται από έναν αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό που αισθάνεται περισσότερο άνετα με την αποτυχία, καθώς αυτό δικαιώνει τη θέση ότι εξαρχής ήταν καθορισμένο ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.
Φυσικά, το να απαριθμούμε προβλήματα δεν υποκαθιστά την απάντηση σε ανοιχτά ερωτήματα. Αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μια συλλογική διαδικασία αναστοχασμού και αυτοκριτικής. Ωστόσο, μπορούμε να συζητήσουμε μερικά αφετηριακά σημεία για το άνοιγμα αυτής της συζήτησης για την επαναστατική πολιτική.
Πρώτο σημείο: η λαϊκή κυριαρχία είναι σημαντική. Η Ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι σήμερα η μειωμένη και περιορισμένη κυριαρχία είναι ένας βασικός μηχανισμός για την επιβολή της λιτότητας και τη διάβρωση της δημοκρατίας. Όπως είπε ο Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ: «δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική επιλογή ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες». Το ίδιο ισχύει για την έκθεση των εθνικών τραπεζικών συστημάτων στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και τη σειρά των συνθηκών που αποσκοπούν στη διασφάλιση των επενδύσεων ενάντια στην προστασία του περιβάλλοντος ή τα εργατικά δικαιώματα. Η εθνική και λαϊκή κυριαρχία ως ανάκτηση ενός δημοκρατικού ελέγχου ενάντια στη συστημαική βία του διεθνοποιημένου κεφαλαίου γίνεται έτσι ένα ταξικό ζήτημα και η βάση ενός νέου διεθνισμού που βασίζεται στην «απόσπαση κρίκων από την αλυσίδα» και την ανάδειξη παραδειγμάτων για τα κινήματα σε άλλες χώρες.
Όλοι γνωρίζουμε την πιθανή συσχέτιση της κυριαρχίας με τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και την αποικιοκρατία. Εδώ, όμως, μιλούμε για μια μορφή κυριαρχίας που βασίζεται πάνω στην κοινή συνθήκη των υποτελών τάξεων. Είναι μια προσπάθεια να αναστοχαστούμε τόσο λαό όσο και το έθνος με έναν «μετα-εθνικό» και μετα-αποικιακό τρόπο ως την αναδυόμενη κοινότητα όλων των προσώπων που εργάζονται, αγωνίζονται και ελπίζουν πάνω σε μια ορισμένη εδαφική περιοχή, ως την ανάδυση ενός δυνητικού ιστορικού μπλοκ για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, αυτό στο οποίο αναφερόταν ο Γκράμσι όταν μιλούσε για τον «Σύγχρονο Ηγεμόνα [...] που δημιουργεί το έδαφος για την μετέπειτα ανάπτυξη μιας ανώτερης, πλήρους μορφής του σύγχρονου πολιτισμού».[1] Αντίστοιχα και η έννοια του Ντελέζ για το «γίγνεσθαι λαός» παραπέμπει στο γεγονός ότι ο «λαός» δεν είναι μια προσυγκροτημένη οντότητα ή «πλειοψηφία» αλλά το αποτέλεσμα μιας σύνθετης και επικαθορισμένης διαδικασίας αγώνων.
Μια τέτοια ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας επίσης απαιτεί μια επεξεργασμένη αντικαπιταλιστική αφήγηση και όχι απλώς ένα σύνολο αιτημάτων ενάντια στη λιτότητα. Όσο απαραίτητη και εάν είναι μια «αριστερή κεϋνσιανή» μακροοικονομική συνθήκη, με τη μορφή της ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας και της αύξησης της δημόσιας δαπάνης, δεν αρκεί, Πρέπει να στοχαστούμε την «παραγωγική ανασυγκρότηση» όχι ως «επιστροφή στην ανάπτυξη» αλλά ως μια διαδικασία μετασχηματισμού και έντονης σύγκρουσης με το κεφάλαιο με βάση τη δημόσια ιδιοκτησία, την αυτοδιαχείριση και μορφές εργατικού ελέγχου. Πρέπει να είναι μια διαδικασία πειραματισμού και μάθησης. Οι σύγχρονες μορφές αλληλεγγύης, αυτοδιαχείρισης, εναλλακτικών δικτύων διανομής αγαθών και ανοιχτής πρόσβασης σε υπηρεσίες, οι συζητήσεις για το πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το δημόσιο τομέα διαφορετικά ή πώς να λειτουργήσουμε τις δημόσιες επιχειρήσεις δεν είναι απλώς τρόποι για να αντιμετωπίσουμε επείγοντα κοινωνικά προβλήματα. Είναι επίσης χώροι πειραματισμού για εναλλακτικές μορφές παραγωγής και κοινωνικής οργάνωσης, που βασίζονται πάνω στα «ίχνη του κομμουνισμού» και τη συλλογική εφευρετικότητα και επινοητικότητα που μπορούμε να δούμε στις σύγχρονες αντιστάσεις και τις καθημερινές χειρονομίες αλληλεγγύης, όπως αυτές που βλέπουμε σήμερα σε σχέση με την προσφυγική κρίση.
Και τι θα γίνει με το κράτος, ιδίως από τη στιγμή που ξέρουμε ότι όχι μόνο το κράτος δεν ταυτίζεται με την κυβέρνηση αλλά και ότι κάθε προσπάθεια απλώς να το «χρησιμοποιήσουμε» θα αντιμετωπίσει την εσωτερίκευση των απαιτήσεων του κεφαλαίου και των διεθνών αγορών; Το κράτος είναι όντως η συμπύκνωση ενός συσχετισμού ταξικών δυνάμεων, όπως τόνιζε ο Πουλαντζάς, αλλά είναι μια υλική συμπύκνωση και όχι μια συγκυριακή συνάρθρωση, παράγοντας στρατηγικές, γνώσεις και λόγους, όπως τόνιζε ο Φουκώ. Από το δικαστικό μηχανισμό μέχρι τις κατασταλτικές δυνάμεις και το παρακράτος των μυστικών υπηρεσιών και τους θύλακες που ελέγχονται πλήρως από την ΕΕ ή τις μεγάλες επιχειρήσεις, υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν να αντεπιτεθούν και δεν μπορούν απλώς να «χρησιμοποιηθούν» για έναν καλύτερο σκοπό.
Χρειαζόμαστε μια φρέσκια σύλληψη που συνδυάζει το ερώτημα της κυβέρνησης με κάτι που είναι κοντά σε μια στρατηγική μόνιμης δυαδικής εξουσίας. Σε αυτή την ανάγνωση η δυαδική εξουσία δεν είναι ζήτημα καταστροφικής ισορροπίας και ανταγωνιστικής συνύπαρξης δύο ανταγωνιστικών μορφών. Αντίθετα, αναφέρεται στις νέες μορφές λαϊκής εξουσίας, αυτοδιαχείρισης, εργατικού ελέγχου, αλληλεγγύης και συντονισμού που αντιστέκονται στις αντεπιθέσεις των κρατικών μηχανισμών και του κεφαλαίου ακόμη και μετά την άφιξη μιας αριστερής κυβέρνησης. Ένας πόλεμος θέσεων είναι αναγκαίος τόσο πριν όσο και μετά από την κατάληψη της εξουσίας, ως μια συνεχής διαδικασία αγώνων, συλλογικού πειραματισμού, μορφών εξουσίας από τα κάτω, νέων κοινωνικών διαρρυθμίσεων, μαζί με βαθιές θεσμικές αλλαγές με την μορφή μιας Συντακτικής Διαδικασίας. Σε αυτή την ανάγνωση, η δυαδική εξουσία δεν αφορά μόνο τα εργατικά συμβούλια και τα σοβιέτ, αλλά και τις αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις, τα κοινωνικά ιατρεία και τις λαϊκές συνελεύσεις. Σημαίνει ότι κοιτάζουμε πολύ προσεκτικά κινήματα όπως των Indignados στην Ισπανία ή τις «Πλατείες» στην Ελλάδα ως συλλογικές πολιτικές μορφές που από ορισμένες απόψεις υπερβαίνουν τη διάκριση κοινωνικού και πολιτικού.
Σε μια τέτοια οπτική, δεν υπάρχει μια «στιγμή» της μετάβασης από τη «ριζοσπαστική διακυβέρνηση» στον «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό», μόνο μια άνιση και αντιφατική διαδικασία που θα συναντήσει επιθέσεις και ίσως αυτό ο Ζωρζ Λαμπικά ονόμαζε η «αδυνατότητα της μη-βίας».
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει επίσης να ξαναδούμε τι σημαίνει «κάνω πολιτική». Μεγάλο μέρος της σύγχρονης ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι βυθισμένη σε μια παραδοσιακή αστική πρακτική της πολιτικής που στηρίζεται στη διχοτομία ανάμεσα στα κοινοβουλευτικά ή «εθνικά» πολιτικά ζητήματα καθώς και στην επαγγελματοποίηση της πολιτικής.
Χρειαζόμαστε μια νέα πρακτική της πολιτικής. Κάθε προσπάθεια για το ριζικό μετασχηματισμό πρέπει να βασίζεται πάνω στο βραχυκύκλωμα ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική που ο Ετιέν Μπαλιμπάρ έχει προτείνει ότι στην καρδιά του μαρξικού σχεδίου, αντιμετωπίζοντας την οικονομία ως ένα πεδίο πολιτικής παρέμβασης και πειραματισμού, επιμένοντας ότι τα κινήματα που εκπροσωπούν τις εργατικές τάξεις έχουν λόγο στην πολιτική, εκκινώντας νέες μορφές δημοκρατίας από τα κάτω.
Αυτό επίσης περιλαμβάνει αυτό που ο Λένιν περιέγραψε ως πολιτιστική επανάσταση ή Γκράμσι ως ηθικοπολιτική μεταρρύθμιση, την ανάδυση νέων μορφών μαζικής πολιτικής διανοητικότητας και ένα νέο συλλογικό ήθος συμμετοχής. Και εδώ πρέπει να ξεκινάμε από τις εμπειρίες μάθησης μέσα στα κινήματα, τους τρόπους που έχουν διευκολύνει την ανάδυση νέων τρόπων σκέψης και μιας νέας ηθικής της αλληλεγγύης και της αντίστασης.
Την ίδια στιγμή είμαστε αντιμέτωποι με την κρίση του παραδοσιακού μοντέλου της επαναστατικής οργάνωσης αλλά και την κρίση του πλατιού μετώπου ή κόμματος που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως το πεδίο συνάντησης των διαφόρων κινημάτων. Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικό. Δεν αναφέρομαι μόνο στην πολιτική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τη λιτότητα και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Αναφέρομαι επίσης στο πώς σταδιακά ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να είναι δημοκρατικός και πώς στο όνομα της μετάβασης σε ένα περισσότερο ενιαίο κόμμα η ηγετική ομάδα αποσπάστηκε από το υπόλοιπο κόμμα.
Η ανοικοδόμηση του Ενιαίου Μετώπου δεν μπορεί να είναι μια επανάληψη. Ούτε μπορεί να είναι απλώς μια συσπείρωση. Χρειαζόμαστε, μια «επιστημολογική τομή» στη σκέψη μας τόσο για το μέτωπο όσο και για το κόμμα. Ο Σύγχρονος Ηγεμόνας μπορεί μόνο να είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ανασύνθεσης και βαθιού μετασχηματισμού μαθαίνοντας επίσης από τις εμπειρίες αυτοοργάνωσης στα σύγχρονα κινήματα.
Πρέπει να μάθουμε από τα μαθήματα και να είμαστε βαθιά αυτοκριτικοί αποφεύγοντας όλες τις μορφές μιας αλαζονικής νοοτροπίας που «τα ξέρει όλα», τη γραφειοκρατική σκέψη και τη θεωρητική τεμπελιά. Μέχρι τώρα έχουμε αποτύχει να δημιουργήσουμε εκείνο το είδος εργαστηρίου μιας νέας πολιτικής που απαιτείται, εκείνο το είδος δημοκρατικής πολιτικής διαδικασίας, μη σεχταριστικού διαλόγου, συλλογικού πειραματισμού, δημιουργικής στράτευσης. Σε σχέση με την ελληνική περίπτωση, μπορούμε να δούμε το πρόβλημα στην ανικανότητα των δυνάμεων της Αριστεράς που αντιλαμβάνονταν την αναγκαιότητα μιας ρήξης σε σχέση με το θέμα του χρέους και της ευρωζώνης να εκκινήσουν το 2010-11 τη διαδικασία ενός νέου μετώπου που να ενσωματώνει τις νέες μορφές οργάνωσης που αναδύονταν από το κίνημα.
Πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό το καθήκον ανασύνθεσης, μετασχηματισμού και πειραματισμού γιατί διαφορετικά τα στοιχεία, οι πρακτικές, οι εμπειρίες που θα μπορούσαν να είναι τμήμα ενός δυνητικού νέου ιστορικού μπλοκ θα παραμείνουν διάσπαρτα και αποδιαρθρωμένα.
Ο Αντόνιο Γκράμσι πάντοτε τόνιζε ότι οι ιστορικές αλλαγές πάρουν τη μορφή επίσης τη μορφή μοριακών αλλαγών. Η έννοια του «μοριακού» αναφέρεται στον πολλαπλό, επικαθορισμένο, μη τελεολογικό και μη ντετερμινιστικό χαρακτήρα της ιστορικής διαδικασίας.
Η περίφημη «Αυτοβιογραφική Σημείωση» του Γκράμσι από το Τετράδιο 15 δεν είναι μόνο ένας προσωπικός στοχασμός πάνω στο μοριακό – καθώς στοχάζεται τη δική του ζωή στ φυλακή, την επιλογή που έκανε να μην εγκαταλείψει τη χώρα και το πώς η καταστροφή μπορεί να επηρεάσει ένα πρόσωπο– αλλά και μια μικρή πραγματεία πάνω στις μοριακές αλλαγές σε περιόδους ήττας, τις μικρές αλλαγές που στο τέλος οδηγούν σε ένα νέο συσχετισμό δυνάμεων. Οι παρατηρήσεις του έχουν, πιστεύω, μια ορισμένη αναλογία με όσα συμβαίνουν σε χώρες όπως η Ελλάδα: «η αλήθεια είναι ότι το πρόσωπου του πέμπτου χρόνου δεν είναι το ίδιο με αυτό του τέταρτου χρόνου, του τρίτου, του δεύτερου, του πρώτου και ούτω καθεξής. Κάποιος έχει μια νέα προσωπικότητα, εντελώς νέα, στην οποία τα χρόνια που πέρασαν έχουν στην πραγματικότητα γκρεμίσει το ηθικό σύστημα φρένων ενός προσώπου, τις δυνάμεις αντίστασης που χαρακτήριζαν το πρόσωπο κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους.»[2]
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαδικασία ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα πρέπει να είναι προσεκτική σε αυτή τη μοριακή διάσταση.
Νέες μορφές οργάνωσης του κινήματος, ειδικά σε σχέση με κοινωνικά στρώματα που δεν έχουν κάποια μορφή αντιπροσώπευσης (άνεργοι, επισφαλείς κ.λπ.), νέες δημοκρατικές πρακτικές μέσα στα κινήματα, μορφές πολιτικής αυτο-οργάνωσης, νέες μορφές συντονισμού και αλληλεγγύης, επέκταση του πειραματισμού με μορφές αυτοδιαχείρισης, δημιουργία εναλλακτικών μορφών (αντι)πληροφόρησης, οργάνωση νέων μορφών στρατευμένης έρευνας, όλα αυτά είναι περισσότερο επείγοντα παρά ποτέ. Μας επιτρέπουν να αναστοχαστούμε την πολιτική οργάνωση υπό το πρίσμα μιας αναγκαίας μοριακής ανασύνθεσης, των συλλογικών δημοκρατικών διαδικασιών για την επεξεργασία εναλλακτικών, μιας συλλογικής νέας πρακτικής της πολιτικής.
Η κομμουνιστική ή επαναστατική πολιτική σε τελική ανάλυση αφορά υπόγεια ρεύματα που έρχονται στην επιφάνεια μόνο σε κρίσιμες στιγμές, επειδή διαφορετικά είναι διάσπαρτα, κατακερματισμένα, θρυμματισμένα, τα αποτελέσματα συναντήσεων που δεν μπόρεσαν να έχουν διάρκεια. Η πρόκληση είναι να έχουμε ακριβώς την «αργή ανυπομονησία», στην οποία αναφερόταν ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, να μάθουμε από την ήττα, να ανασυνταχτούμε, να στοχαστούμε όλες τις πλευρές της συγκυρίας, από το μοριακό στο «ολοκληρωμένο», να «οργανώσουμε καλές συναντήσεις» (Ντελέζ) και να φέρουμε αυτά τα υπόγεια ρεύματα στην επιφάνεια.
Η τραγική ήττα της ελληνικής Αριστεράς, ανοίγει μια περίοδο αναγκαίας αυτοκριτικής, αναστοχασμού και πειραματισμού με νέες μορφές πολιτικών μετώπων, οργανώσεων και συντονισμού μαζί με την αναγκαία προσπάθεια να ξαναχτίσουμε την αντίσταση στο νέο κύμα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, να αντιπαλέψουμε τη συλλογική αποκαρδίωση και την παραίτηση και να επαναφέρουμε την εμπιστοσύνη στην ικανότητα να αλλάζουμε τα πράγματα. Δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση.
Ωστόσο, είναι ο μόνος τρόπος για να συνεχίσουμε να λέμε όχι. Όχι στον πεσιμισμό, όχι στην υποταγή, όχι στην ήττα.
Όπως έγραψε και ο Καβάφης:
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Άν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε.

[1] Antonio Gramsci, Selections from Prison Notebooks, επιμέλεια και μετάφραση των Quentin Hoare και Geoffrey Nowell Smith, Λονδίνο: Lawrence and Wishart, 1971, σσ. 132-33.
[2] Antonio Gramsci, Further Selections from the Prison Notebooks, επιμέλεια και μετάφραση D. Λονδίνο, London: Lawrence and Wishart, 1996, σ. lxxxvi.

(Ομιλία στο Συνέδριο του περιοδικού Historical Materialism στο Λονδίνο, στις 5-8 Νοεμβρίου 2015)

Δημοσίευση σχολίου