της Νατάσας Στασινού  
Το τελευταίο διάστημα οι τραπεζικές μετοχές βρίσκονται και πάλι υπό πίεση. Και αν αυτό δεν εκπλήσσει στην Ευρώπη, όπου τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν μπροστά τους σημαντικές προκλήσεις όπως αυτές των κόκκινων δανείων αλλά και των μηδενικών επιτοκίων,οι πιέσεις στους τίτλους των αμερικανικών προκαλούν προβληματισμό. 
 Οι αμερικανικές τράπεζες έχουν αφήσει προ πολλού πίσω τους την κρίση με ισχυρές επιδόσεις στο μέτωπο της κερδοφορίας και της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων. Οι επιτοκιακές αυξήσεις στις οποίες προχωρά η Federal Reserve είναι ευνοϊκές, καθώς μεταφράζονται σε διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους από τις χορηγήσεις δανείων. Σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών τους φέρεται να έχουν και στο μέτωπο του αυστηρότερου πλαισίου για την κεφαλαιακή επάρκεια, τη ρευστότητα και τη διαχείριση ρίσκου, χάρη στο διαφορετικό μοντέλο τραπεζικής, που ακολουθούν. 
 Στις ΗΠΑ οι δραστηριότητες επενδυτικής και παραδοσιακής τραπεζικής ήταν εν πολλοίς πάντα διαχωρισμένες, την ώρα που στη γηραιά ήπειρο ακολουθήθηκετο μοντέλο του λεγόμενου universal banking, όπου όλες οιδραστηριότητες φιλοξενούνταν κάτω από την ίδια στέγη.Ήταν ένας από τους κύριους λόγους, που κατέφεραν να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Γιατί λοιπόν σήμερα βρίσκονται στο στόχαστρο; 
 Οι φόβοι που πυροδοτούν τα σενάρια ενός εμπορικού πολέμου, οι συνεχείς γεωπολιτικές εντάσεις και το ψυχροπολεμικό κλίμα ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία δεν αρκούν να δώσουν την απάντηση. Και τούτο γιατί οι απώλειες των τραπεζών είναι το τελευταίο διάστημα μεγαλύτερες από εκείνες της αγοράς συνολικά. 
 Συγκεκριμένα ο τραπεζικός κλάδος υποχώρησε περίπου 9% το δίμηνο Φεβρουαρίου- Μαρτίου, ενώ στο ίδιο διάστημα, κατά το οποίο είχαμε τα δύο μικρά κύματα διόρθωσης, ο S&P 500 είχε απώλειες 7,5%. Ο αναλυτής της Barclays, Τζέισον Γκόλντμπεργκ, δίνει μία πιθανή εξήγηση με δηλώσεις του στη Wall Street Journal. Όπως αναφέρει στην κορυφαία οικονομική εφημερίδα των ΗΠΑ, οι επεδνυτές εστιάζουν σε έναν δείκτη «one year gap» (χάσμα ενός έτους), ο οποίος καταγράφει τη διαφορά ανάμεσα στο ενεργητικό προς ανατίμηση (asset to reprice), που αναμένεται να καταγραφεί σε ορίζοντα ενός έτους και το πιαθητικό στο ίδιο διάστημα ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού. Για τις 22 τράπεζες υψηλής κεφαλαιοποίησης έχει σκαρφαλώσει στο 31% από 27% πριν από πέντε χρόνια. Aυτό υποδεικνύει σύμφωνα με τον αναλυτή ότι οι τράπεζες προετοιμάζονται για την εποχή των υψηλότερων επιτοκίων στρεφόμενες σε βραχυπρόθεσμο ενεργητικό, του οποίου η διατίμηση αλλάζει γρήγορα. 
Για τη μελλοντική πορεία των τραπεζικών μετοχών στη Wall Street πολλά θα εξαρτηθούν και από το εάν η έντονη μεταβλητότητα θα εξελιχθεί σε βάρος ή σε κέρδος. Αν και οι αναταράξεις στις αγορές τρομάζουν τους επενδυτές, από την άλλη συχνά αποδεικνύονται άκρως επικερδείς για τους χρηματοοικονομικούς κολοσσούς, που δραστηριοποιούνται πολλά χρόνια στον χώρο της επενδυτικής τραπεζικής. 
 Σύμφωνα με στοιχεία, που έδωσε προ ημερών η Coalition στη δημοσιότητα, το 2017 οι κορυφαίες, βάσει εσόδων, επενδυτικές τράπεζες του πλανήτη ήταν η JPMorganκαι ηMorgan Stanley. Η μεγαλύτερη πρόκληση την περασμένη χρονιά ήταν τα έσοδα από συναλλαγές εμπορευμάτων, τα οποίαμειώθηκαν στα 4,3 δισ. δολάρια, τα χαμηλότερα επίπεδα εδώ και μία δεκαετία και ενώτο 2008 είχαν εκτιναχθεί στα 15,9 δισ. δολάρια. 
Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου