«....Είναι βέβαιο ότι η κοινωνία που μας έτυχε να ζούμε είναι μία όπου όλες οι κοινωνικές ταυτότητες έχουν διαλυθεί και όπου όλα όσα, ανά τους αιώνες, συνιστούσαν την αλήθεια ή το αντίθετό της, για τις επόμενες γενιές στη γη έχουν χάσει κάθε νόημα.» (1)



Γεμάτος αμυχές και με τα χέρια τραυματισμένα ο άνθρωπος του κόσμου προσπαθεί να καθαρίσει τις πληγές του απ’ τις βρωμιές τής βίας. Αν δεν είναι δύσκολο τότε είναι επικίνδυνο γιατί κινδυνεύει να εξαφανισθεί μεγάλο μέρος του βίου του. Θα ξεχαστεί μιας και η βία υπάρχει για να του υπενθυμίζει,  πως συμπεριφέρεται τις περισσότερες φορές στους άλλους μα και στο κορμί του. Όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από υπενθυμίσεις, αρκεί να παρατηρεί το κορμί του κι έπειτα να χάνεται στις αναμνήσεις τής κακίας και του βίαιου εγωισμού του. Ό,τι ξεχνά το βλέπει στα παιδιά που γεννιούνται ακρωτηριασμένα από όνειρα και ελπίδες, καθώς αυτές και αυτά βρίσκονται εγκιβωτισμένα στις οθόνες τής καθημερινότητας που ξημερώνει κάθε φορά, για τους περισσότερούς μας. 

Είμαστε τα ειλικρινή ενθυμήματα μιας παγκόσμιας ανισότητας και μιας καταθλιβόμενης κοινωνικής εξέλιξης. Οι φιλοδοξίες τής επόμενης ημέρας μοιάζουν βαλσαμωμένες στις προσωποποιημένες εκφράσεις του καθρέφτη, κάθε φορά το πρωί ή τη νύχτα. Είναι γιατί, σε αντίθεση με τους τυχοδιώκτες της καριέρας, ο απλός άνθρωπος μοιράζεται τη μοναξιά του με τις συλλογικές μοναχικότητες του σήμερα και του χθες υπολογίζοντας σε ένα μέλλον πιο λαμπερό και μαζικό. Βάζει στόχους απαρχαιωμένους γιατί φοβάται να ονειρευτεί όπως προηγουμένως. Ξεχάστηκε στα τετριμένα αλλοτινών σιγουριών και αποφασιστικών συγκινήσεων. Αγκαλιά με το φόβο που δεν ξεχνά να γδύσει από πάνω του ακόμη και τα βράδυα που ξαπλώνει να κοιμηθεί, το ιστορικό άτομο απαρνείται την ελευθερία των ονείρων του. Εμμένει στους εφιάλτες που σχεδόν προσωποποιεί καθημερινά στον κοινωνικό του αγώνα.

Ο προηγούμενος φόβος της απόρριψης που καλλιέργησε τη μαζική μισαλοδοξία των ολοκληρωτικών συστημάτων εξουσίας έχει επιστρέψει με τη μορφή φόβου ελλειπούς καταναλωτικής δύναμης και τρόμου αποχής από την παγκόσμια γνώμη που δημουργεί “πραγματικότητα κενού νοήματος” μέσω των κοινωνικών δικτύων (βλ. social media). Ο αδύναμος καταναλωτής κι ο ρίψασπις της παγκοσμιοποιημένης πληροφόρησης αποτελούν οικειοθελώς τους σύγχρονους καταδικασμένους “υποστηριγκτές” τής ισχύουσας αντίληψης. Απαιτούμενες θυσίες (και όχι παράπλευρες απώλειες) προκειμένου τα φοβικά αντανακλαστικά να εξακολουθούν να λειτουργούν υπέρ μίας πολιτισμικής κανονικότητας. 
Ποιά η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα σε αυτόν τον τύπο ανθρώπου και στους τζιχαντιστές; Η φαινομενικότητα τής βίας, ίσως και μέχρι εκεί. 
Ο 21ος αιώνας έχει καταφέρει μέχρι στιγμής κάτι που θα ήταν αδιανόητο κάμποσα χρόνια προηγουμένως: Την οικειότητα απέναντι στις ποικιλόμορφες πτυχές τής βίας. Πράγματι, οι πολίτες τής σύγχρονης αστικής καθημερινότητας μιας και βρίσκονται κάθε στιγμή εκτεθειμένοι απέναντι στα γενικευμένα φαινόμενα βίας δεν εκπλήσσονται και δεν ταράσσονται από αυτά. Αντιμετωπίζουν ως φυσιολογική πλευρά τής κάθε ημέρας τη διατροφική βία που κυριαρχεί, την απροκάλυπτη και συγκεκαλυμένη βία των αθλητικών χώρων, τις κατασταλτικές πολιτικές τής εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας, τα κοινωνικά κινήματα και τις διεκδικήσεις των, την καταστροφική πορεία προς το ναδίρ της εργασιακής ισορροπίας με απότοκο την εκδούλευση και φτωχοποίηση των μαζών, την καταναλωτική βία, τη βία του χρήματος (που δημιουργεί ανυπόστατα χρεή), τον παιδαγωγικό ρατσισμό απέναντι στην αντικειμενικότητα τής γνώσης, τη βίαιη (εν συνόλω) εικονική πραγματικότητα τής σύγχρονης αντίληψης, την αντικρουόμενη βίαιη εξωτερική πολιτική αντιπαλευόμενων χωρών και επιχειρήσεων (με αποτέλεσμα τη δημιουργία εξαθλιομένων μεταναστευτικών κυμμάτων και βιαίως μετακινούμενων πληθυσμών) κ.ο.κ.    
Στο σύνολό τους, όλες αυτές οι μορφές της κυρίαρχης βίας με τη συχνότητα τής εμφάνισής τους δημιουργούν στον άνθρωπο είτε φοβικά αντανακλαστικά είτε από την άλλη πλευρά απ-ανθρωπίζουν τις ευαισθησίες του με αποτέλεσμα τη χαλαρή αντιμετώπιση των βίαιων φαινομένων στην καθημερινότητά του. Γεγονός που καταδεικνύεται περίτρανα από το διαχωρισμό που πιστώνεται μεταξύ σκληρής νομοθεσίας και παράλληλης χαλαρής συμπεριφοράς της μάζας απέναντι στα ίδια θέματα (σαν να λέμε τινί τρόπω:Ευαισθητοποιείται περισσότερο το κράτος απ’ ότι ο ίδιος ο άνθρωπος).(2) Αρκεί ένα σύγχρονο βλέμμα στην Ελλάδα του 2018 (όπου το χρέος ανερυθρίαστα κατέστη τεχνική διακυβέρνησης, γιατί μην ξεχνάμε ό,τι ο νεοφιλελευθερισμός, πρώτα απ’ όλα, είναι οικονομία του χρέους) για να αντιληφθεί κανείς του λόγου το αληθές: Μνημονιακώς, επιχειρήθηκε και υλοποιήθηκε επιτυχώς η επί του πρακτέου διάρυξη της κοινωνικής συνοχής μέσω της καλλιέργειας του φόβου. Η αυτό-απόρριψη κυριάρχησε και οι εμπειρογνώμονες κατέληξαν στην εξάπλωση τής κατάθλιψης ως σύγχρονο μοτίβο κουλτούρας. Σε αυτό συνέβαλλαν από κοινού τόσο η απομόνωση των πολιτών και η συνακόλουθη “άνθηση” του ατομικισμού όσο η μη-αντίδραση στο φόβο της ύπαρξης περισσότερων και μεγαλύτερων κινδύνων. 
Βέβαια, από τη στιγμή που υφίσταται “νόμιμη” βία(3) και αυτή ασκείται εκ των ων ουκ άνευ από το κράτος και τους ανάδελφους τής κρατικής εξουσίας (βλ. επιχειρηματική, βιομηχανική ελίτ) εύλογο είναι η αντι-δραστική βία τής κοινωνίας να υπάρχει και να λαμβάνει χαρακτηριστικά ενστικτωδών αντανακλαστικών. Για αρκετούς δηλαδή αυτό αποτελεί επιχείρημα περί “έμφυτης βίας” ή άλλως “ορμέμφυτο ανθρώπινο γνώρισμα”. Τουναντίον, στο ιστορικό άτομο ενυπάρχουν γνωρίσματα ευγενούς συμπεριφοράς, ισορροπημένης σχέσης με το περιβάλλον, ομόνοια όσον αφορά κοινά/συλλογικά και ειλικρινή ιδανικά, αλληλεγγύη, πανανθρώπινα ενδιαφέροντα κοκ.
Εύλογα, από την άλλη πλευρά -αυτή της ποικιλόμορφης και διαβαθμισμένης εξουσιαστικής διάθεσης- προκειμένου να διατηρηθεί αυτή η νωχελική (όσον αφορά την αντίδραση του κόσμου) ισορροπία τής καθημερινής πραγματικότητας, δίχως αμφιβολίες, αντιρρήσεις και κοινωνικές ενστάσεις, επιβάλλεται η “εκπαίδευση” πάνω στη βιολογική βίαιη πλευρά του ανθρώπινου όντος. Ως εκ τούτου, συντηρείται η βία στις πάμπολλες μορφές της, μιας και το κεφάλαιο είναι φύσει βίαιο... Φαίνεται εξάλλου κάθε στιγμή στη βιαιότητα που χαρακτηρίζει την καταναλωτική κοινωνία της εποχής μας, όπου για παράδειγμα επαναδιατίθενται χρησιμοποιημένα ή ληγμένα φαγητά (υπό το σύνθημα “ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΠΕΤΑΜΕ - ΦΑΓΗΤΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ”) στους χειμαζόμενους έκπτωτους από το σύνολο των “απλών πολιτών”!            

«Με βάση τους όρους του δημοκρατικού-αυταρχικού κοινωνικού συμβολαίου, κάθε μέλος της κοινωνίας μπορεί να διεκδικήσει όλα τα υλικά αγαθά, όλα τα πνευματικά και συναισθηματικά ερεθίσματα που επιθυμεί, σε ποσότητες που ίσα-ίσα θα έφθαναν, στον παρελθόν, ακόμα και για μια περιορισμένη ολιγαρχία: διατροφή, στέγαση, γρήγορες μεταφορές, στιγμιαία επικοινωνία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, διασκεδάσεις και εκπαίδευση. Υπό έναν όρο όμως: όχι μόνο να μην απαιτούμε τίποτα που αυτά που το σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει, αλλά επίσης να δεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται, κατασκευασμένο και μετασχηματισμένο τεχνητά κατά το δέον, ομογενοποιημένο και τυποποιημένο, στις ακριβείς ποσότητες που επιβάλλει το σύστημα κι όχι ο άνθρωπος. Εάν επιλέξουμε το σύστημα, καμία άλλη επιλογή δεν είναι δυνατή. Με μια λέξη, αν εξαρχής απαρνηθούμε τη ζωή μας, η αυταρχική τεχνική θα μας ανταποδώσει ό,τι μπορεί να μετρηθεί μηχανικά, να πολλαπλασιαστεί ποσοτικά, να χειραγωγηθεί και ν’ αυξηθεί μαζικά».(4)
Βία εις πέρας...
Αν ανατρέξουμε στα “κατάστιχα” της ελληνικής μυθολογίας, εκεί θα αντιληφθούμε ό,τι η υπέρτατη δύναμη βρίσκει αντίκρισμα στο πρόσωπο της Βίας. Κόρη του Πάλλαντος και αδελφή του Ζήλλου, της Νίκης και του Κράτους, η Βία φαίνεται πως απολάμβανε ιδιαίτερη τιμή από τον Δία, καθώς την είχε από κοντά του μαζί με τον αδελφό της, Κράτος, την προσωποποίηση της κυριαρχίας. Τραγωδιακά, ο Αισχύλος στον "Προμηθέα Δεσμώτη "παρουσιάζει το Κράτος και τη Βία να παρακολουθούν ως εκπρόσωποι του Δία την καταδίκη του Προμηθέα στον Καύκασο. Αλλά σε ποιο βαθμό δύναται στις ημέρες μας η τραγωδία να επηρρεάσει τον κοινωνικό πληθυσμό;   Πόση αλήθεια μπορεί να έχει ένας μύθος, ε;! 
Τόσο η επιθετικότητα όσο και το μεγιστοποιημένο της φαινόμενο, η βία, συνοδεύουν τον άνθρωπο από την αχλύ τής ιστορίας του: Οι βιολόγοι νεοδαρβινιστές υποστηρίζουν πως άρχισε να συμβαίνει άπαξ και εμφανίστηκε ο Homo Erectus. Από την άλλη η Γένεσις, το πρώτο βιβλίο της Βίβλου, ισχυρίζεται πως πρωτοπαρουσιάστηκε με τον Κάιν και τον Άβελ. Στην ερμηνεία αναφορικά με τη ύπαρξη του φαινομένου “επιθετικότητα και βία”, ορισμένοι από τους ανθρωπολόγους, τους κοινωνιολόγους, τους ψυχαναλυτές και λοιπούς ερευνητές υποστήριξαν ότι πρόκειται για τάση εγγεγραμμένη στα γονίδιά του ανθρώπου, μιας και ο άνθρωπος είναι εξευγενισμένος απόγονος των πρωτευόντων και των κατώτερων ζώων, στα οποία μην λησμονούμε πως ισχύει ο νόμος της ζούγκλας ή όπως τον ονόμασε ο Κάρολος Δαρβίνος «ο αγώνας περί υπάρξεως»
Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε επιγραμματικά αυτά τα παραδείγματα διατυπώνοντας τα εξής:      
Για την ανθρωπολογία(5), σημαντική μερίδα κάνει λόγο για “αναπόφευκτη βία” θυμίζοντάς μας τη μεγάλη διάρκεια της ανθρώπινης εξέλιξης. Το ότι δηλαδή η σύνδεση των δύο εγκεφάλων που αναλύουν οι ειδικοί των γνωσιολογικών επιστημών χρονολογείται από την περίοδο που ο άνθρωπος ήταν κυνηγός-συλλέκτης. Προκειμένου να αντισταθεί στα άγρια ή φοβερά ζώα, τα λιοντάρια, τα μαμούθ, επήλθε  ένωση των συναισθημάτων και της λογικής, η οποία όμως σύντομα προκάλεσε τη βία του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, με πιο ταπεινωτική της έκφραση τον γενικευμένο κανιβαλισμό, κατάσταση που  διήρκεσε στη νεολιθική περίοδο.    
Για την κοινωνιολογία, αντίστοιχη μερίδα εισηγείται πως σε κάθε στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας η βία επανεμφανίζεται γεγονός που αποδεικνύεται και από την πορεία του δυτικού πολιτισμού, από το τέλος του αρχαίου κόσμου, στην Αναγέννηση, στον 20ό αιώνα και πλέον διά μέσω της εντατικοποίησης τής παγκοσμιοποίησης. Η βία είναι αναπόφευκτη ως προϊόν του εκσυγχρονισμού αφενός και της συναισθηματικής τραγικότητας αφετέρου που καταλαμβάνει τους ανθρώπους της άγριας αστικοποίησης. 
Για τη ψυχολογία, η φαινομενολογία της βίας ενισχύεται προκειμένου να οικοδομηθεί ολόκληρος ο ψυχισμός μας μέσα από το πεπρωμένο των ορμών. «Η βία, μαζί με την ορμή του θανάτου, πέρα από την αρχή της ηδονής, είναι πάντοτε εδώ, παρούσα».(6) Η προέκταση της θεωρίας του Φρόιντ για την mortibo (ήτοι την επιθυμία του θανάτου) εξελίχθηκε σε θεωρία της έμφυτης επιθετικότητας. Φερ’ ειπείν, ένας από τους γνωστούς ανθρωπολόγους και ηθολόγος, ο Κόνραντ Λόρεντς διατυπώνοντας τη θεωρία του περί “υδραυλική της επιθετικότητας”, υποστήριξε ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν έμφυτο ένστικτο να σκοτώνουν. 
Άντε τώρα εσύ να πας να ξεφύγεις από την ίδια σου τη φύση (και δεν αναφερόμαστε σε πλαστικές επεμβάσεις, αλλαγή φύλου κοκ)!
Απεναντίας, από την άλλη πλευρά, είναι γνωστό πως η ζωική επιθετικότητα είναι περιορισμένη και  γίνεται για λόγους καθαρά βιολογικούς και αμυντικούς. Ιδιαίτερα όταν απειλούνται τα νεογνά των ζώων. Κάποιο άλλοι παρατηρητές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως αφενός μεν αισθήματα όπως η πλήξη, η βαθιά ανία, η φυλάκιση, οι περιορισμοί της ελευθερίας εν γένει, αφετέρου δε η στέρηση ζωτικών φυσιολογικών και βιολογικών λειτουργιών του ανθρώπου, όπως η πείνα, η δίψα, ο ύπνος ή το σεξ ωθούν τους ανθρώπους στην επιθετικότητα και τη βία. Και η πλέον γνωστή και καταστρεπτική έκφανση τής βίας είναι ο πόλεμος.(7) 
Εν τούτοις, είναι τις πάσι γνωστό ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν πρωτόγονες φυλές που ζουν σ’ έναν κόσμο ειρηνικής συνεργασίας και αλληλεγγύης, χωρίς βία και επιθετικότητα(8), γεγονός, εκ του οποίου ο διάσημος ανθρωπολόγος Ashley Montagu συμπέρανε πως «(...)η επιθετικότητα και η μη επιθετικότητα, είναι τρόποι συμπεριφοράς που διδάσκονται». Προσπερνώντας κάποιες περιορισμένες συγκρούσεις για τη διεκδίκηση ζωτικού χώρου και τροφής που έλαβαν χώρα σε προϊστορικούς χρόνους, σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα και τα αρχαιολογικά τεκμήρια, οι πόλεμοι εμφανίστηκαν στη Μέση Ανατολή γύρω στο 3000 π.Χ., άμα τη εμφανίσει των πατριαρχικών κοινωνιών, όταν σχηματίστηκαν κυβερνήσεις και εμφανίστηκαν οι πόλεις-κράτη, τότε που παρουσιάστηκε ο θεσμός της δουλείας και κυρίως, τη χρονική περίοδο που οι βασιλιάδες, ως αντιπρόσωποι του θεού ήταν ταυτόχρονα και ιερείς (πατέτσι). Τότε επινοήθηκε και εφευρέθηκε ο πόλεμος για πρώτη φορά και εμφανίστηκαν οι πρώτοι οργανωμένοι στρατοί.
Γενικώς, κυριαρχεί η αίσθηση πως όλες οι κοινωνικές δομές συλλήβδην εμπεριέχουν βία, καθότι βασίζονται στην απόρριψη κάποιων κοινωνικών ομάδων και την αποδοχή κάποιων άλλων. Είναι μία αίσθηση συνακόλουθη τής σκέψης του Φρόιντ, ο οποίος πίστευε πως ο πολιτισμός συνίσταται στη δολοφονία του «αρχικού πατέρα» από τους «γιους» του.
    
Η καπιταλιστική «μετανεωτερική βαρβαρότητα» σε όλες τις εκδοχές της

Η ιδιαιτερότητα τής εποχής μας έγκειται στο ότι η βία είναι συσσωρευμένη, μας βομβαρδίζει συστηματικά και καθημερινά, από τον δημόσιο μέχρι και τον ιδιωτικό βίο. Αν «Ο 20ος αιώνας γέννησε εξουσίες που χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τον ορισμό της Χάνα Άρεντ, από μία πρωτόγνωρη συγχώνευση ιδεολογίας και τρόμου και προσπάθησαν να συμμορφώσουν συνολικά την κοινωνία μέσω της βίας»(9) ο 21ος αιώνας δείχνει πως τα βλαστάρια τής παρελθούσης βίας έχουν ανθήσει σε όλες πτυχές τού ιστορικο-κοινωνικού ιστού. Έχουν αφομοιωθεί από τον πολίτη-καταναλωτή και σαν αμοιβάδα προσεταιρίζονται όλες τις προσωπικές του εκφάνσεις είτε αυτές εκτείθενται στη δημόσια σφαίρα είτε εσωστρεφώς κουρνιάζουν αλυχτώντας στην στενή οικογενειακή ομύγηρη. 
Κατά το β’ μισό του 19ου αιώνα πραγματοποιήθηκε μία σημαντική διαφοροποίηση: Ο δυτικός κόσμος (αρχικά) βίωσε τη διαίρεση τής ανώτερης αρχής μεταξύ της κυβέρνησης και της βιομηχανίας, κάτι που επέτρεψε ακόμη και στο φτωχό ν’απολαύσει ελευθερίες που εν μέρει αντιστάθμιζαν την άθλια κατάστασή του.(10) Ο επόμενος αιώνας συντέλεσε με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό στον μετασχηματισμό τής κοινωνίας -σ’ ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα αγορών- φτάνοντας έτσι σε αυτό που ζούμε σήμερα: Τα βίαια απολειφάδια των προηγούμενων οικονομικών και κοινωνικο-πολιτικών εμπειριών. Αποδεικνύεται η φύσει βίαιη συμπεριφορά του καπιταλιστικού συστήματος ιδιαιτέρως από τα τέλη του 20ου αιώνα, κατά την οποία ακόμη και αυτή η επίπλαστη ελευθερία σε τομείς όπως η κατοικία, τα δημόσια αγαθά (ηλεκτρικό, νερό, υγεία, εκπαίδευση κ.ά.), η εργασία και η μετακίνηση εκτονώνονται εξαιτίας τής φουσκωμένης ψευδαίσθησης την οποία και καλλιέργησαν ωσάν βιώσιμη πραγματικότητα. 
Βιομηχανική επανάσταση και αστικοποίηση συμπορεύονται. Εκβιομηχανισμένη κοινωνία και αστικός τρόπος ζωής συνδέονται άρρηκτα μεταξύ των. Από την αναγκαιότητα του μεροκάματου μέχρι και την αθρόα μετακίνηση αστύφιλων πληθυσμών οι πόλεις οικοδομούνται κατευθύνοντας τις επιθυμίες και τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Η οικοδομική πτυχή τής βίας μέσα από τα σημάδια και τα αποτελέσματα της ρημοτομικής ανάπτυξης των αστικών κέντρων (όπου από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και σήμερα εκεί εντοπίζεται το πεδίο τής καθημερινής μάχης για επιβίωση) είναι εμφανέστατη.   
Με τα δεδομένα και τις βιωματικές καταστάσεις που εκτρέφουμε την πραγματικότητα στην οποία επιβιώνουμε, δηλαδή τους φόβους που υλοποιούμε από την κατάσταση κινδύνου στην οποία το καπιταλιστικό σύστημα μάς υπήγαγε, μάλλον θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη βία όχι αυθαιρέτως εννοιολογικά, παρά ως δομική έννοια για τους πολιτικά κυρίαρχους, λόγω της ίδιας τους της φύσης, σε σημείο που να μην νοούνται χωρίς αυτήν. Συμφωνώ με την άποψη του Γάλλου διανοητή Ζ. Λαμπικά πως «Το γενικότερο δίδαγμα που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε όσον αφορά την καταγωγή της βίας (…) δηλ. η ανάγκη να συσχετίσουμε τη βία, κάθε βία, με την κατάσταση που την παράγει, μας παραπέμπει αυτόματα στο σύστημα εντός του οποίου εγγράφεται και μορφοποιείται. Το σύστημα αυτό είναι σήμερα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που έχει φτάσει στο στάδιο της πλανητικοποίησης/παγκοσμιοποίησης...»(11)  
Ο Foucault έχει δίκιο όταν ξεκινά από την αντίληψη ότι η ισχύς δεν αποτελεί ούτε αυτοτελή ούτε χειροπιαστή οντότητα ούτε εντοπίζεται αποκλειστικά σε ορισμένους πολιτικούς φορείς. Τουναντίον, έχει εμποτίσει και συνεχίζει διαποτίζοντας ολόκληρη την κοινωνία συνιστώντας ένα δίκτυο σχέσεων (ή συσχετισμό δυνάμεων). Το διαπιστώνουμε από τη σύγχρονη ερμηνεία της σχέσης εργαζόμενου-εργοδότη. Ο εργαζόμενος ενώ παλιότερα είχε απέναντί του το κεφάλαιο, πλέον αντιμετωπίζει την αφηρημένη και έμμεση μορφή του. Το βέβαιο είναι, πως «Το κεφάλαιο συνεχίζει να παρουσιάζεται σαν εξουσία και, αφού η παραγωγή εμβαπτίζεται στη ζωή, σαν βιοεξουσία».(12) Πλέον, η σύγχρονη διακυβέρνηση είναι αυταρχική, συγκεντρωτική και αποφασίζει. Εν τούτοις, η εξουσία δεν συγκεντρώνεται πια γύρω από το κράτος, αλλά γύρω από τους υπερεθνικούς οργανισμούς (βλ. τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς) καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το κράτος εργαλείο εφαρμογής επιβαλλόμενων πολιτικών. Η βία επανέρχεται ή μάλλον δεν δείχνει να έχει διάθεση να φύγει, τουλάχιστον στο εγγύτερο μέλλον. 
Αυτό εξηγείται μιας και μπορούμε να μιλήσουμε για τη θεσμοποίηση της βίας από τη στιγμή που αυτή “έχει γίνει ρουτίνα” και η αποδοχή της από όλο και περισσότερα στρώματα του πληθυσμού είναι πασιφανής. Διαθλάται και ανακλάται (σχεδόν) σε όλους τους τομείς και τις συγκρούσεις της κοινωνικής ζωής. Η βία, σ' όλες τις ορατές ή αόρατες, υλικές ή άυλες, συμβολικές ή μεταφορικές εκδηλώσεις της, συνιστά πλέον αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής ζωής. Δεν λειτουργεί αποκλειστικά και μόνον για να καταστρέψει και να καταπιέζει, αλλά παράλληλα συγκροτεί ταυτότητες παράγοντας υποκείμενα και κοινωνικές σχέσεις, δομεί εν πολλοίς ένα σημαντικό μέρος τής κοινωνικής εμπειρίας.  
Μέσω ενός διευρυμένου πλαισίου θεώρησης για τη βία και μακρυά απ' αυτά που υποδηλώνουν οι στενά οριοθετημένες πράξεις βίας, καταδεικνύεται ότι αυτή (η βία) α) διαχέεται σε ευρύτερο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, β) φέρει ποικίλους τρόπους και μορφές παρουσίασης και τέλος γ) έχει ευρύτερες συμβολικές και πολιτισμικές σημασίες. Είναι φερ’ ειπείν η διαπροσωπική και η δομική βία, η κραυγαλέα και η σιωπηλή βία, η πολιτική και η οικονομική βία, είναι η βία του δυνάστη και η έμφυλη βία, η εργασιακή βία και ταυτόχρονα το βίαιο φάντασμα τής ανεργίας, η βίαιη δικαιοσύνη εξαιτίας τής υποβάθμισης του δικαίου, ο επικίνδυνος και βίαιος καταναλωτικός συμπεριφορισμός κοκ. 
Η κοινωνική πραγματικότητα διαρκώς μεταμορφώνεται σύμφωνα με τις επιταγές και προτροπές της εξουσίας και η ευρυμέτωπη βία ακολουθεί ως σκιά της. Οι ματιές του κόσμου που περπατάει και κινείται στους δρόμους και τα πεζοδρόμια των αστικών κέντρων και των μητροπόλεων το προδίδουν εξόφθαλμα. Απότοκος της βίαιης πραγματικότητας είναι τα φοβισμένα υποκείμενα τής κοινωνίας. 

«Βία: δεν είναι τυχαίο που έχει γίνει σημείο αναφοράς για την διαφοροποίηση πολιτικών στάσεων. Είναι λάθος να δει κάποιος την βία ξεκομμένη  από τα κίνητρά της και να της προσδώσει έτσι τέτοιες αυτονομημένες δυνατότητες που να την καθιστούν a priori προβληματική. Σύγκρουση χωρίς βία δεν υπάρχει εκτός κι αν φετιχοποιηθεί η θυσία και μαζί της η πιο κυνική μεταφυσική.» (13)

Μιλώντας όμως για το αντικείμενο ή την έννοια θα πρέπει να θίξουμε και την λειτουργική παρουσία  του ατόμου εντός τής διαδικασίας γέννησης και εξέλιξης του προκείμενου είτε αυτό είναι αντικείμενο είτε έννοια. Η βία λοιπόν, πέραν από το ότι τίθεται ως εννοιολογικός προβληματισμός με ποικίλες όσες ερμηνευτικές τάσεις γύρω από αυτήν και πολυάριθμες άλλες τόσες ενδείξεις ύπαρξής της, επί του πρακτέου αποτελεί γέννημα - θρέμμα τής εκάστοτε κοινωνικής δομής της πραγματικότητας. Γενεσιουργός αιτία υπάρχει και αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από την ίδια την αναγκαιότητα για κοινωνικο-πολιτική κινητικότητα και πολιτισμική εξωστρέφεια τού ανεπτυγμένου νου, ανά τις χρονικές περιόδους της ιστορικής παρουσίας του ανθρώπινου είδους. Ως θύμα και ταυτόχρονα θύτης εμφανίζεται σε κάθε περίπτωση όμως ο άνθρωπος. Προφανώς, μιας και η αναφορά μας έχει να κάνει με ένα κοινωνικό προϊόν, για το οποίο εργάστηκε και δοκιμάζεται κάθε στιγμή το ιστορικό άτομο. 

Ανθίστανται μολυσμένες οι αντιδράσεις απέναντι από τα εργαλεία τής επικαιρότητας. Η προγεγραμμένη ισορροπία τής καθημερινότητας, μολονότι φοβικά και εκδικητικά άρρωστη με την υλική της υπόσταση, παρόλα αυτά εμφανίζεται θελκτική στις καταναλωτικές αισθήσεις. Χωρίς αυτήν μεταβάλλεται η πραγματικότητα στο πεδίο της οποίας εκτυλίσσεται η επιβίωση. Η βία τής άρχουσας ισχύος λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος αυτής της εξελισσόμενης παράνοιας, όπου παρά την κατάσταση κρίσης στην οποία έχουμε περιέλθει (έστω επίπλαστα), εν τούτοις ο πολίτης-καταναλωτής συνεχίζει να εκβιάζεται από τις εντεταλμένες επιθυμίες του.      

Στη μετανεωτερική περίοδο η βία έχει απωλέσει οτιδήποτε προηγουμένως τής προσέδιδε κύρος, αυτό που την καθιστούσε ικανή να εκπνέει δέος και έκπληξη, τη γέμιζε με αυτοπεποίθηση κι έτσι ο κόσμος υποχωρούσε σε κάθε μορφή της. Σε αντιδιαστολή, η καθημερινότητα έχει θέσει ως διαπιστευτήριά της τον πνιγμό δεκάδων εκατοντάδων ανθρώπων στα νερά τής Μεσογείου, την αποτελεσματικότητα (σε αριθμούς) τής καλλιέργειας του αυτοκτονικού ιδεασμού (αναφορικά τουλάχιστον στην Ελάδδα), την απροκάλυπτη υπερασπιστική γραμμή τής εξουσίας απέναντι στα επικίνδυνα ενδεχόμενα που εμφορούνται στους εκκλησιαστικούς κύκλους, την αυξανόμενη νεοφασιστική αντίληψη (των πραγμάτων - όσο διάτρητη κι αν παραμένει μια τέτοια αντίληψη), την διευρυμένη εργοδοτική ασυδοσία (οία επωφελείται της κρίσης) και πόσα ακόμη παραδείγματα εντοιχισμένης, στην κοινωνική καθημερινότητα, βίας.

«Αν η μελαγχολία είναι ο μικρός με τη σφεντόνα, η κατάθλιψη είναι ο αιφνιδιασμένος υπερήλικας με την μαγκούρα»
Αντιστοίχως, αν μέσω των μεταμορφώσεών της η βία συγχρονίζεται στην εποχή μας με το να συμπεριφέρεται ως ζοχαδιασμένος ενήλικας, τότε μία κατάσταση μη βίας συνίσταται στην ακίνητη παρουσία ενός μαθουσάλα φιλόσοφου. Αφής στιγμής τα κοινωνικά και πολιτικά (από κοντά τα οικονομικά και δια-πολιτισμικά) δεδομένα διαμορφώνονται κάτω από νέες επιταγέςως εκ τούτου αλλάζει και η βίαιη ένδυση τής πραγματικότητας (εικονικής και χειροπιαστής). Είναι γεγονός ό,τι πλέον η βία ασκείται ευρύτερα και αντιστοίχως παρατηρείται περισσότερο διευρυμένη (βλ. το ανατέλον φαινόμενο της σχολικής βίας).(14) Το ανθρωπογεωγραφικό στίγμα του ελλαδικού χώρου γνωρίζει από την πατριαρχική δομή τής κοινωνίας (και τη “δικαιολογητέα” από αυτή βία) και το νεοφιλελεύθερο ακραίο σχήμα του καπιταλισμού ξέρει αντιστοίχως να διαχειρίζεται κάθε διαμορφούμενη βίαιη στιγμή τής κοινωνικής επιθετικότητας.
Το αξιοπρόσεκτο αναφορικά στο φαινόμενο τής βίας είναι η προεφηβική της εξωστρέφεια, ο τρόπος δηλαδή που διαχέεται στις μικρές ηλικίες και συνακόλουθα η έμμεση αποδοχή της. Πραγματικό επίτευγμα με τρόπο και διαχείριση ικανή να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον του μικρού (εκ του αποτελέσματος κρίνοντας και τους μεγάλους/μεγαλύτερους) λίγο μετά τα γεννοφάσκια του. Η μέθοδος γνωστή: Οι αποκαλούμενοι “παιδικοί ήρωες” εμπλέκονται σε βίαιες για την ηλικία τους καταστάσεις, το λεξιλόγιο παραμορφώνεται από την ταχύτητα τής πληροφόρησης (με τόση ευκολία), το μυαλό μαγνητίζεται και εγκλωβίζεται στο περιβάλλον τής εικόνας (πολύχρωμης και πλούσιας εικόνας), η ταινία μεταφέρεται στις μικρές οθόνες των παιχνιδομηχανών ή στη χρήση των παιχνιδιών, οι ήρωες εξαίρονται μέσω των κόμικ και τής αποκριάτικης στολής.(15) Το συμπέρασμα από εδώ είναι ότι η βία δεν κυριαρχεί βιολογικά όμως μετακινείται με βιολογική συμπεριφορά από γενιά σε γενιά, από γονείς προς παιδιά. 

Ένα λουλούδι ανθίζει απέναντι από ένα δάσος που καίγεται,
ο σαμάνος φέρεται ν’ αγαλλίασε κι ελπίζει η φωτιά να σβήσει.
Μάταιο μιας και στη θέση του δάσους μεγάλωσε απότομα μιας φρέσκια τσιμεντούπολη,
μα στην πλευρά του λουλουδιού που έγινε φυτό μεγάλο γεννήθηκε ένα λειβάδι.
Από τη μια εσμός μελισσών που ζουζουνίζουν λαίμαργα
κι από την άλλη πλήθος κόσμου που κυκλοφορεί όλο πιο γρήγορα.
Τα έντομα μεθυσμένα από το νέκταρ της χλωρίδας την πόλη απαξιούν
κι οι άνθρωποι του άστεος τ’ αστικά δεσμά να σπάσουν διαρκώς αδημονούν.
Μ’ αδυνατούν...
Και βιαίως προσπαθούν ν’ απεξαρτηθούν!  


Υποσημειώσεις...:

  1. βλ. Giorgio Agamben, Βία Και Ελπίδα Στο Τελευταίο Θέαμα, εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, Αθήνα, 2009, μτφρ. Π. Καλαμαράς, σελ. 8
  2. Επί παραδείγματι: αναφορικά στη βία των δρόμων (αυστηροποίηση του Κ.Ο.Κ.), στη βία που ασκείται στους ασθενείς (βλ. νομοθετήματα για τα φακελάκια, προτεραιότητα ασθενών κοκ), στην εργασιακή βία (αυστηροποίηση των προστίμων για την αδήλωτη και μαύρη εργασία), στη ρατσιστική εν γένει βίαιη συμπεριφορά (νομοθετικά πλαίσια για σεξουαλικές προτιμήσεις, φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις κ.ά.), στην ενδοοικογενειακή βία (νόμοι για κακοποίηση τέκνων, συζύγων κλπ), στη βίαιη μεταχείριση των ζώων (αυστηροποίηση του νομικού εργαλείου) και πόσα ακόμη.(ΣτΣ)
  3. Όποια εγγύηση ασφάλειας από τις κυβερνήσεις λειτουργεί αμφίδρομα σημειώνοντας τη λήξη της ελευθερίας. Η ασφάλεια όσο και η ελευθερία προϋποθέτουν τη βία σε ένα ρόλο επιτηρητή απέναντι στις κοινωνικές επιταγές. Ως αναπόδραστο εργαλείο της κοινωνικής πραγματικότητας, η βία συνυπολογίζεται ακόμα και μέσα στα δημοκρατικά μοντέλα διακυβέρνησης· άλλωστε, το υποκείμενο ταλαντεύεται μέσα στο κοινωνικό σύνολο δρώντας ατομικά και συλλογικά και χαρακτηριζόμενο από τις αντικειμενικές ή υποκειμενικές αποφάσεις και επιλογές. Η κοινωνική συνοχή εξασφαλίζεται τελεολογικά διαμέσου των συμβάσεων, γεγονός που συντηρείται από την αμφίδρομη και αλλήλοις συμπλήρωση κενών στις κατηγορίες τόσο των υποχρεώσεων όσο και των δικαιωμάτων. Οι εκφάνσεις της βίας, που προστατεύονται και διατηρούνται από τη νομοθετική, τη δικαστική και την εκτελεστική εξουσία, προδίδονται από την ίδια τη θεσπισμένη ύπαρξη και λειτουργία των εξουσιών αυτών. Η κρατική παραβατικότητα άπτεται της ισχύουσας έννομης τάξης, δίχως όμως να καταστέλλεται ή να προλαμβάνεται από εξωτερικούς παράγοντες, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της ατομικής και συλλογικής παραβατικότητας. Στην έννομη τάξη, το κράτος είναι ο παράγοντας εκείνος που διαχειρίζεται και κινεί τα όπλα, ήτοι τη βία. Η χρήση της είναι δικαιολογημένη εφόσον το κράτος άρχει και θεσμοθετεί τα όρια της ελευθερίας και της ισότητας, μέσα στα πλαίσια που το ίδιο ως κινητήριος μηχανισμός θέτει μέσω της ερμηνείας και της κατάχρησης της βίας. Το δίκαιο της έννομης τάξης θεωρεί ό,τι η βία όταν ασκείται από μεμονωμένα άτομα αποτελεί κίνδυνο, ο οποίος απειλεί την ίδια την έννομη τάξη. Από το γεγονός αυτό προκύπτει πως παρουσιάζεται εντελώς δικαιολογημένη η βία της κρατικής εξουσίας, ήτοι της έννομης τάξης, εφόσον η βία όποτε βρίσκεται στα χέρια του εκάστοτε δικαίου στρέφεται εναντίον του δικαίου.(ΣτΣ)   
  4. βλ. Λιούις Μάμφορντ, Αυταρχικές και δημοκρατικές τεχνικές, μτφρ. Α. Φασούλας, Αθήνα
  5. Είναι γεγονός, ότι η επιστήμη τής ανθρωπολογίας άργησε να ασχοληθεί με την ανθρωπολογία τής βίας, πράγμα που ξεκίνησε λίγο μετά τη δεκαετία του’70.(ΣτΣ) 
  6. βλ. Blandine Kriegel, Η Επιστροφή Της Βίας, ΤΟ ΒΗΜΑ, 02-02-2003 
  7. Είναι γνωστό ότι τον 20ο αιώνα έχασαν τη ζωή τους σε πολέμους τρεις φορές περισσότεροι άνθρωποι, απ’ όσοι ήταν οι νεκροί σε όλους τους πολέμους που έγιναν από τον πρώτο μ.Χ. αιώνα! (ΣτΣ)
  8. βλ. τις φυλές των Ινδιάνων Ποέμπλο, τους Τασαδαίους του νησιού Μιντανάο στις Φιλιππίνες (εντοπίστηκαν το 1971), οι Χάντζας της Τανζανίας, οι Ιφαλούκ της Μικρονησίας στον Ειρηνικό, οι Φορέ της Νέας Γουινέας, διάφοροι πυγμαίοι κ.ά. (ΣτΣ) 
  9. βλ. Enzo Traverso, Η Ιστορία Ως Πεδίο Μάχης, ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ου αιώνα, εκδ. Του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, Αθήνα, 2016, μτφρ. Ν. Κούρκουλος, σελ. 212
  10. βλ. Karl Polanyi, Η Απαρχαιωμένη Αγοραία Νοοτροπία Μας, εκδ. ΣΤΑΣΕΙ ΕΚΠΙΠΤΟΝΤΕΣ, Αθήνα, 2014, μτφρ. Γιωρ. Πέρτσας, σελ. 36
  11. βλ. Ζ. Λαμπικά, Βία; Ποια Βία;, στο «Για μια θεωρία της βίας», εκδ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ, Αθήνα, 2014, μτφρ. Χρήστος Βαλλιάνος -  Τάσος Μπέτζελος, σελ. 
  12. βλ. Toni Negri, Προς Αναζήτηση Της CommonWealth, εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, Αθήνα, 2009, μτφρ. Π. Καλαμαράς, σελ. 8  
  13. βλ. Μικρό Λεξικό, Θερσίτης 
  14. Φανταστείτε την άποψη των γηραιότερων και υπερήλικων μιας άλλης πρότερης σχολικής πραγματικότητας, για το bulling (ΣτΣ)
  15. Φτάνοντας σε ενδυματολογικές επιλογές όπως στρατιωτικός, αστυνόμος, “οϋκάς” ή “κομάντο”, “ματατζής” ή “εκαμίτης” (ΣτΣ)
Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου