Σύμφωνα με την κοινή γνώμη παγκοσμίως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο φέρεται να είναι το προπύργιο του αποκαλούμενου νεοφιλελευθερισμού, και αναμφίβολα ο οργανισμός έχει προωθήσει σε δεκάδες αναπτυσσόμενες χώρες μέτρα απελευθέρωσης της οικονομίας.  


Το τελευταίο διάστημα όμως, το Ταμείο έχει μάλλον εκπλήξει τους παρατηρητές του με μελέτες που στέκονται στις αντιαναπτυξιακές συνέπειες της ανισότητας και στα προβλήματα της ανεξέλεγκτης ροής κεφαλαίων.
Τώρα, στο στόχαστρο φαίνεται ότι μπαίνει και η ίδια η ορθοδοξία του νεοφιλελευθερισμού.   


Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο ίδιο το περιοδικό του ΔΝΤ, τρεις από τους επιφανέστερους οικονομολόγους του Ταμείου χαιρετίζουν μεν τις επιτυχίες του νεοφιλελευθερισμού, όμως ταυτόχρονα ασκούν στοχευμένη κριτική σε δύο από τα κυριότερα γνωρίσματά του: 
  • Τη δημοσιονομική προσαρμογή – που όλοι γνωρίζουμε ως λιτότητα
  • και το απελευθερωμένο ισοζύγιο κεφαλαίων, που βασικά ορίζει την εύκολη εισροή και εκροή χρήματος σε μία χώρα.   

«Υπάρχουν πολλά να επευφημούμε στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα […] Όμως κάποιες πτυχές της δεν έχουν αποδώσει όπως αναμενόταν», σημειώνουν χαρακτηριστικά οι τρεις οικονομολόγοι. 

Ο τίτλος του δημοσιεύματος είναι «Neoliberalism: Oversold?», που μάλλον προκλητικά θέτει το ερώτημα αν έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλη αξία στο νεοφιλελευθερισμό.    Στο κείμενο επισημαίνεται ότι οι δύο επίμαχες πολιτικές προκαλούν αύξηση της ανισότητας, η οποία με τη σειρά της βλάπτει το ύψος αλλά και τη σταθερότητα της οικονομικής ανάπτυξης – δηλαδή τον ίδιο το στόχο του νεοφιλελευθερισμού.   

Οι συνέπειες της λιτότητας, όπως η μείωση του ΑΕΠ και η αύξηση της ανεργίας, είναι «υποτιμημένες», επισημαίνουν οι συντάκτες, ενώ παράλληλα αμφισβητούν το κατά πόσον είναι αναγκαίο κράτη που έχουν δημοσιονομικό περιθώριο να προσηλώνονται στη λιτότητα ώστε να μειώσουν το χρέος τους, αντί να εστιάζουν στην έμμεση ελάττωσή του μέσω ανάπτυξης.   

Σε ό,τι αφορά την ελευθερία ροής κεφαλαίων, οι μελετητές τονίζουν πως δεν είναι όλες οι εισροές απαραίτητα ευεργετικές για την οικονομία μίας χώρας. Για παράδειγμα, ενώ οι επενδύσεις σε επιχειρήσεις από το εξωτερικό φέρνουν χρηματοδότηση και τεχνογνωσία σε μία οικονομία, άλλες επενδύσεις που έχουν ως στόχο την αισχροκέρδεια δεν αποφέρουν κανένα ευνοϊκό αποτέλεσμα.   Μάλιστα, επενδύσεις που γίνονται με θέλγητρο το εύκολο κέρδος μπορούν να βλάψουν σοβαρά μία χώρα. 

Όπως αναφέρουν οι οικονομολόγοι, από το 1980, περίπου το 20% των επεισοδίων όπου παρατηρήθηκε απότομη αύξηση εισροής κεφαλαίων σε 50 και πλέον αναπτυσσόμενες οικονομίες κατέληξε σε χρηματοπιστωτική κρίση.

 Πολλές από αυτές τις κρίσεις εν τέλει συνοδεύτηκαν από μεγάλες υφέσεις.   Εν κατακλείδι, «τα οφέλη ορισμένων πολιτικών που είναι ένα σημαντικό κομμάτι τις νεοφιλελεύθερης ατζέντας φαίνεται ότι έχουν κάπως υπερτιμηθεί», σημειώνουν οι τρεις μελετητές του Ταμείου, ένας εκ των οποίων είναι ο Τζόναθαν Όστρι, υποδιευθυντής του τμήματος έρευνας και ουσιαστικά νούμερο δύο οικονομολόγος πίσω από τον Μορίς Όμπστφελντ.  


Το άρθρο δε σηματοδοτεί βεβαίως κάποια δραματική αλλαγή πολιτικής στροφής στους κόλπους του ΔΝΤ, όμως αντανακλά τις θεωρητικές ζυμώσεις που γίνονται μέσα στον οργανισμό από την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης, το 2008, και που βασίζονται σε εμπειρίες δεκαετιών από προγράμματα στήριξης στη Λατινική Αμερική και την Ασία.   Πρόκειται για αναθεωρητικές ζυμώσεις που σταδιακά ίσως αφήνουν ένα αποτύπωμα και στην σαφώς πιο ορθόδοξη πρακτική πολιτική του ΔΝΤ. Άλλωστε, πριν από λίγα χρόνια ίσως θα ήταν πολύ δύσκολο να φανταστούμε το Ταμείο να πιέζει για μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα στην Ελλάδα από 3,5% σε 1,5% του ΑΕΠ, αλλά και για βαθιά ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. 

pronews.gr
Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου