Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που προσέφερε το Eurogroup στην Ελλάδα, όχι μόνο είναι ελάχιστα, αλλά στην πραγματικότητα αυξάνουν το ελληνικό χρέος στα επόμενα 10 χρόνια, επισημαίνει σε νέο έκτακτο report της η Citi με τίτλο "Νέα ελάφρυνση του ελληνικού χρέους; Μιλάτε σοβαρά;". Παράλληλα τονίζει ότι η διατήρηση του 3,5% για τα πρωτογενή πλεoνάσματα το 2018 και μετά σημαίνει περαιτέρω λιτότητα για πολλά χρόνια. Ο συνδυασμός αυτών των δύο ζητημάτων θα αποδυναμώσουν περαιτέρω την στήριξη προς στην κυβέρνηση Τσίπρα και αυτό θα προσθέσει την Ελλάδα στη λίστα των πολιτικών κινδύνων της Ε.Ε το 2017.

Όπως σημειώνει η Citi, το Eurogroup συμφώνησε μια σειρά μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικούς χρέους για τους επόμενους 12-18 μήνες ("βραχυπρόθεσμα"), τα οποία εκτιμάται ότι θα μειώσουν τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ κατά περίπου 20%  και τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (GFN) κατά περίπου 5% έως το 2060.  Όπως επισημαίνει η Citi, πρέπει να τονιστεί ότι αυτά είναι τα ίδια μέτρα που είχαν συμφωνηθεί πολιτικά τον Μάιο.
Βασισμένο σε ένα σχέδιο του ESM, το μεγαλύτερο μέρος της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους (περίπου 14% του ΑΕΠ) θα προέλθει από την ανταλλαγή τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου του EFSF / ESM που έχουν εκδοθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, με τίτλους  σταθερού επιτοκίου και παράταση λήξης τους κατά περίπου 4 χρόνια (στα 32,5 χρόνια). Άλλα μέτρα περιλαμβάνουν τροποποιήσεις των στρατηγικών χρηματοδότησης του ESM / EFSF. Το κόστος όλων αυτών των ενεργειών θα βαρύνει την Ελλάδα, όπως δήλωσε ο ESM
Αυξάνεται και δεν μειώνεται το χρέος τα επόμενα 10 χρόνια
Ως αποτέλεσμα, αυτά τα μέτρα στην πραγματικότητα θα αυξήσουν (ελαφρώς) το δημόσιο χρέος και τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας στα επόμενα 10 χρόνια περίπου, και θα αρχίσουν να παράγουν οφέλη μόνο μόνο από το 2030. Οι μόνη καθαρή ζημιά για τους πιστωτές προέρχεται από την παραίτηση του περιθωρίου επιτοκίου του 2% στα δάνεια των 11,3 δισ. ευρώ το 2017, δηλαδή περίπου 220 εκατ. ευρώ.
Όπως τονίζει η Citi, το βασικό σενάριο του ΔΝΤ βλέπει ότι η αναλογία χρέους / ΑΕΠ θα αυξηθεί στο 250% έως το 2060. Έτσι, η μείωση 20% είναι απίθανο να κάνει μεγάλη διαφορά στη βιωσιμότητα του χρέους. Οι πιστωτές δεν έκαναν καμία περαιτέρω δέσμευση για την αναδιάρθρωση του μεσοπρόθεσμου χρέους, ουσιαστικά κλείνοντας τις διαπραγματεύσεις ελάφρυνσης έως και μετά τις γερμανικές εκλογές (φθινόπωρο 2017) και, ενδεχομένως, μέχρι τα μέσα του 2018, όταν τελειώνει το τρίτο πρόγραμμα.
Τέλος, υπογραμμίζει, αυτή η τελευταία μείωση του χρέους είναι ελάχιστη σε σύγκριση με αυτή του 2011 και του 2012 γύρους, με επιμήκυνση της περιόδου λήξης κατά πολλά έτη, μειώσεις των επιτοκίων και περιόδους χάριτος σχετικά με τις πληρωμές τόκων.
Περισσότερη λιτότητα από το 2018 και μετά
Επιπλέον, όπως σημειώνει η Citi, πολλά θέματα έμειναν άλυτα. (1) Η δεύτερη αξιολόγηση συνεχίζεται και πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά, όποτε πιθανώς να καθυστερήσει για το 2017. Μια μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας που απαιτείται για να κλείσει, είναι εξαιρετικά δύσκολη για την ελληνική κυβέρνηση.
(2) Επιβεβαιώθηκαν εκ νέου οι στόχοι για το πλεόνασμα στο 3,5% το 2018 αλλά και για αργότερα, και αυτό κατά την Citi δεν είναι ούτε οικονομικά αλλά ούτε και πολιτικά βιώσιμο στα μάτια του ΔΝΤ, της Τράπεζα της Ελλάδα και, ενδεχομένως, της Κομισιόν. Αυτό απαιτεί περισσότερη λιτότητα από την Αθήνα από το 2018 και μετά, με την κυβέρνηση να έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν είναι έτοιμη να εφαρμόσει
(3) Παραμένει αβέβαιο αν το ΔΝΤ θα συμμετάσχει στο τρίτο πακέτο διάσωσης – που αποτελεί προϋπόθεση για να συνεχίσει η Γερμανία να δανείζει στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα στη λίστα των πολιτικών κινδύνων της Ε.Ε το 2017.
Όλες αυτές οι αποφάσεις είναι αλληλένδετες και επηρεάζουν τη δυνατότητα ένταξης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και την ενδεχόμενη επιστροφή τις Ελλάδας στις αγορά. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει επείγουσα ανάγκη από τους πιστωτές να κάνουν οποιαδήποτε νέα παραχώρηση προς την Ελλάδα. Το ΔΝΤ έχει κατά το παρελθόν υποχωρήσει στις διαπραγματεύσεις, και η Citi δεν περιμένει κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά.
Αλλά χωρίς την συμμετοχή του ΔΝΤ και χωρίς μία θετική ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους, τα ελληνικά ομόλογα είναι απίθανο να ενταχθούν στο QE. Επίσης, οι πολύ λίγες παραχωρήσεις για την ελάφρυνση του χρέους και τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους πιθανότατα θα γονατίσουν περαιτέρω την στήριξη για την κυβέρνηση Τσίπρα και αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να προσθέσει την Ελλάδα στη λίστα των πολιτικών κινδύνων της Ε.Ε το 2017.
Ελευθερία Κούρταλη
capital.gr


Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου