Γιάννης Ανδρουλιδάκης, δημοσιογράφος

Η είδηση της άσκησης δίωξης στον Σταύρο Ψυχάρη για τα επισφαλή δάνεια που έλαβε από την Alpha Bank σκόρπισε ένα κύμα ευφορίας στο Διαδίκτυο.
 Οχι βέβαια σαν αυτό που θα σκόρπιζε πριν 10 ή ακόμα καλύτερα 20 χρόνια -όταν ο Ψυχάρης ήταν ο παντοδύναμος θείος όλων μας και ο ΔΟΛ διατηρούσε τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο των μοχλών κίνησης της χώρας-, αλλά ακόμα και σήμερα όλο και κάποιο τουίτ έκανε πλάκα, όλο και κάποιο ποιοτικό σάιτ τύπου periodista πανηγύριζε για τη συντριβή που υπέστη η διαπλοκή από κάποιον τίμιο εισαγγελέα, απόγονο του Νίκου Κούρκουλου τότε που γαμούσε τα πρέκια στον Κατράκη στις ταινίες του Φώσκολου.
 Έχοντας υπάρξει «πιστωτής» του Σταύρου Ψυχάρη για κάποια χρόνια, δανείζοντας του την εργατική δύναμή μου μαζί με αρκετές εκατοντάδες ακόμα συναδέλφους μου -δάνειο το οποίο έχει καταστεί εξαιρετικά έως απόλυτα επισφαλές μετά το 2013- δυσκολεύομαι να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό που διαχέεται και θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί.
1.    Η εξάρτηση του ΔΟΛ από τα θαλασσοδάνεια που έχει λάβει -ειδικά από την Alpha Bank, μέσω της οποίας γίνονται και οι συναλλαγές του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της μισθοδοσίας- ήταν γνωστή όχι μόνο στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, αλλά και στα ευρύτερα περίχωρά της. Για την ακρίβεια, το σύνολο των εργαζομένων στον ΔΟΛ γνωρίζαμε και γνωρίζουν ότι το μαγαζί ανήκει ουσιαστικά στις τράπεζες που το έχουν εξαγοράσει μέσω μεγάλων δανείων και ότι ο Ψυχάρης παίζει το ρόλο του μάνατζέρ τους εδώ και πολλά χρόνια.
Δεδομένου ότι οι δανειοδοτήσεις στον ίδιο τον ΔΟΛ δεν θεωρήθηκαν επισφαλείς και δεν υπάρχει κανέναν θέμα ούτε για τον ΔΟΛ ούτε για τις τράπεζες, αλλά μόνο για τον 75χρονο Ψυχάρη, ο οποίος προφανώς δεν πρόκειται να πάει φυλακή, δε βλέπω ποιο ακριβώς είναι το κόστος και για ποιον και κυρίως με ποιον τρόπο δέχεται πλήγμα ο ασφυκτικός έλεγχος των ΜΜΕ από τις τράπεζες. Τα ΜΜΕ εξακολουθούν να βασίζονται στην οικονομικά παράλογη δανειοδότηση από τις τράπεζες και να μη μπορούν εξ αυτού να τους ασκήσουν οποιονδήποτε έλεγχο.
Είναι γνωστό σε κάθε δημοσιογράφο ότι έχουμε περισσότερες πιθανότητες κάποτε να περάσουμε στο μέσο που δουλεύουμε ένα θέμα το οποίο να αναφέρει ότι η μητέρα του διευθυντή μας εκπορνεύεται παρά κάποιο που να ασκεί συγκεκριμένη κριτική στη λειτουργία των τραπεζών.
2.    Αν ο ΔΟΛ οφείλει την επιβίωσή του εν μέρει στην οικονομικά παράλογη χρηματοδότηση από τις τράπεζες, την οφείλει ακόμα περισσότερο στις επωφελέστατες συμφωνίες που έχει συνάψει με το ελληνικό κράτος. Τα τελευταία χρόνια το κτίριο του ΔΟΛ στη Μιχαλακοπούλου έχει αγορασθεί από το Κράτος, στη συνέχεια έχει πωληθεί στο Κράτος και τελικά έχει ενοικιασθεί από το Κράτος με τρόπο που το ελληνικό δημόσιο έχει τελικά βρεθεί κατά πολλά εκατομμύρια ζημιωμένο ενώ o ΔΟΛ κερδισμένος κατά τα ίδια εκατομμύρια και με εξασφαλισμένη τη χρήση ενός κτιρίου το οποίο καταφανώς δε χρειάζεται μετά τις εκατοντάδες απολύσεις των τελευταίων ετών.
Αναρωτιέται κανείς γιατί αυτές οι συμφωνίες δεν ελέγχονται επίσης. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η απάντηση βρίσκεται στο ότι ο ΔΟΛ τις επέτυχε χάρη στο επιχειρηματικό δαιμόνιο των λογιστών του ή ακόμα χάρη στην επιθυμία του ελληνικού κράτους να μην οδηγήσει έναν όμιλο ενημέρωσης σε οικονομική ασφυξία.

Τότε όμως πώς εξηγείται η εντελώς παράλογη οικονομική συμφωνία που αφορά την απαλλαγή του ΔΟΛ από τον βραχνά του Μεγάρου Μουσικής, μαζί με το σύνολο των χρεών του, και μάλιστα από τη σημερινή κυβέρνηση;
3.    Τέλος, υπάρχει μια τρίτη πηγή «χρηματοδότησης» του ΔΟΛ τα τελευταία χρόνια και αυτή είναι η εργασία των υπαλλήλων του, η οποία ολοένα και φθηναίνει. Πέρα από τις εκατοντάδες απολύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από τον Σεπτέμβριο του 2011 μέχρι σήμερα και οι οποίες έχουν μειώσει το δυναμικό του Ομίλου στο μισό και λιγότερο, ο Οργανισμός έχει επωφεληθεί από μία μείωση της τάξης του 20% όλων των μισθών, ήδη από το 2012, και μάλιστα με τη μορφή ατομικών συμβάσεων που απαλλάσσει την εργοδοσία από μια σειρά συμβατικών οικονομικών υποχρεώσεων.
Στη σούμα πρέπει όμως να προστεθεί και ο εξαναγκαστικός δανεισμός στον οποίον έχει υποχρεώσει η επιχείρηση τους εργαζομένους, οι οποίοι με τις καθυστερήσεις μισθών 3 μηνών έχουν καταθέσει δανεικό κεφάλαιο μερικών εκατομμυρίων στον Οργανισμό το οποίο είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα πάρουν ποτέ πίσω και αν αυτό συμβεί θα είναι άτοκο.
Γεννάται το ερώτημα πώς μια (οποιαδήποτε) επιχείρηση που προχωρά σε εξαναγκαστικό δανεισμό κεφαλαίου από τους εργαζομένους της, έχει ταυτόχρονα πρόσβαση σε οποιουδήποτε άλλου τύπου χρηματοδότηση, ιδιωτική ή δημόσια.

Ειδικά για τη δημόσια χρηματοδότηση, άμεση ή έμμεση, θα ανέμενε κανείς (ή και όχι) να γίνεται μετά τη διασφάλιση ότι οι εργαζόμενοι θα είναι οι πρώτοι που θα ικανοποιηθούν οικονομικά.
***
Συνοψίζοντας λοιπόν: Ένας δημοσιογραφικός όμιλος έχει περάσει στα χέρια των τραπεζών, μέσω συνεχών οικονομικά παράλογων δανειοδοτήσεων που μετατρέπονται σε κεφάλαιο από τη στιγμή που ο όμιλος είναι σταθερά ζημιογόνος. Ο ίδιος όμιλος χρηματοδοτείται έμμεσα και από το Κράτος, το οποίο συνάπτει μαζί του αυτοκαταστροφικές οικονομικές συμφωνίες. Επομένως, οι συμφωνίες αυτές συνάπτονται επί της ουσίας με τις τράπεζες οι οποίες θα επωφεληθούν μεσοπρόθεσμα. Τις ίδιες τράπεζες που έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί από το δημόσιο χρήμα και παραμένουν ιδιωτικές. Η ίδια αυτή εταιρεία τελικά, όχι απλά δεν αναπτύσσεται, αλλά απολύει μαζικά, μειώνει τους μισθούς και τελικά προχωρά σε στάση πληρωμών. 

Απέναντι σε όλα αυτά, η αντίδραση είναι όχι ο έλεγχος των συμφωνιών με το Κράτος, όχι ο έλεγχος των τραπεζών, όχι ο έλεγχος του Οργανισμού, αλλά η άσκηση δίωξης σε ένα φυσικό πρόσωπο, ελάχιστα αγαπητό –και δικαίως- το οποίο έχει προφανέστατα απωλέσει τον οικονομικό έλεγχο του Οργανισμού και περιορίζεται στη διαχείρισή του, υπεύθυνος πρωτίστως για την πολιτική γραμμή του Μέσου -η οποία εδώ και 10 χρόνια καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από του δανειστές του και τους δανειστές των δανειστών του κ.ο.κ.

Όπως και με τη διαχείριση της υπόθεσης των τηλεοπτικών αδειών από την κυβέρνηση, η πολυδιαφημισμένη επιχείρηση «εκκαθάρισης της διαπλοκής» στο χώρο της ενημέρωσης περιγράφει όχι μια ανατροπή του γενικού ταξικού συσχετισμού δύναμης αλλά ένα μετασχηματισμό του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας, που συνοψίζεται στην εικοσαετή διαδρομή του κυρίου Σταύρου από το θώκο του Διοικητή του Αγίου Όρους στο εισαγγελικό γραφείο. Οι κερδισμένοι των χρόνων της κρίσης, ή οι λιγότερο χαμένοι σε κάθε περίπτωση, φαίνονται έτοιμοι να αποσύρουν από την κυκλοφορία το γηραιό μπάτλερ και δυο-τρεις ακόμα, ανανεώνοντας το προσωπικό με μερικούς από εκείνους τους φερέλπιδες «ψευδοεπαναστάτες», από εκείνους για τους οποίους ο Ροβεσπιέρος έλεγε πως «προτιμούν να φορέσουν εκατό διαφορετικούς κόκκινους σκούφους, από το να κάνουν έστω μία πράξη της προκοπής».

Αν λοιπόν πρέπει να παραστούμε στον θρίαμβο της κυβέρνησης, που θα περιφέρει αλυσοδεμένο τον νικημένο Ψυχάρη στους κεντρικούς δρόμους της πόλης για να τον φτύνουμε, δεν έχουμε αντίρρηση. Αλλά πίσω από τον γηραιό εκδότη, να έχει και μια αρκούδα. Γιατί στην αρχαία Ρώμη, που συνηθίζονταν τέτοιοι θρίαμβοι, πλάι στα θεάματα υπήρχε πάντα και ο άρτος. Σήμερα που δεν υπάρχει άρτος, πρέπει τουλάχιστον να έχουμε την αρκούδα.


Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου